1518, περίπου Μάρτιος. Στη Μαδρίτη, υγρασία και ζέστη.
Πρωί. Η σάντα ρεγκίνα ντ’Εσπάνα Ιζαμπέλλα έχει δυσπεψία από κάτι κοτόπουλα που τσάκισε χτες βράδυ και την πείραξε η μουστάρδα και τα αμπελοφάσουλα σαλάτα. Ο Φελίππε, ο ρεξ, έχει εξαφανιστεί. Η ρεγκίνα ψιλιάζεται ότι έχει μπουζουριάσει σε καμιά γωνιά κανα θηλυκούλι και το ξεζουμίζει, όσο μπορεί και αυτός ο γερο μπισμπίκης πια. Η ρεγκίνα έχει προβλήματα.
Έχει στείλει εδώ και κάτι χρόνια ένα αλάνι τον Ερνάνο Κορτέζ προς νέο κόσμο μεριά και ούτος ο αλητήριος από ο,τι φαίνεται δε μασεί κουτόχορτο όπως οι προηγούμενοι, αλλά του κόβει και λίγο..βέβαια έχει στείλει πίσω κάτι ψιλά ντε όρο αλλά επειδή στο παλάτι έχει πέσει περίοδος ισχνών αγελάδωνε, θέλουν και άλλο όρο γιατί τα παχουλά τους οπίσθια δεν μπορούν χωρίς χρυσά αξέσοριζ μέιν τ ιν Μέχικο.
Μαζί με τον Κορτέζ, έχει στείλει να τον φυλάνε και κάτι τσανακογλείφτες του σογιού του, και μαζί και έναν παπά κατόλικο που παίζει και το ρόλο του ταμία και της υπηρεσίας κτηματολογίου, ίνα καταγράψει εκτός από τας νέας ψυχάς που θα προσηλυτήσουσι εις την σάντα αποστολικα ε κατόλικα εκκλησία, και τους τόνους ντε όρο και τα νουέβας κτήματα που θα αρπάξουσι εκ των αγρίων. Διότι ως γνωστόν πας μη κριστιάνος , άγριος και ως άγριος νο έστας δικαιώματα περί ιδιοκτησίας γης, χρυσού και αφαλού. Τουτέστην, τους παίρνουμε τα χρυσάφια, τα χωράφια και τους αφαλοκόβουμε, ίνα παρουσιαστούν ευθύς αμέσως εις τας πύλας του παραντίζο, αναγεννημένοι και ουχί πλέον άγριοι, αλλά αγγελάκια μετά φτερών και πιπουλων (δώρο μια άρπα άμα τη εισόδω).
Ο Κορτές όμως της τα χαλάει της σάντας ρεγκίνας τα σκέδια καθοτι τσίφτης και καραμπουζουκλής και μερακλής. Έχει αράξει στην πόλη Ταμπάσκο (ο συνειρμός δεν είναι τυχαίος) και καλοπερνάει με τους Ταμπασκαίους και τις Ταμπασκίνες (ειδικά με αυτές).
Τα κασικάκια της περιοχής στην αρχή του το έπαιξον ζόρι και μαγκιά, αλλά ο Κορτέζ τους μάζεψε σε μια πλατεία, τους πέταξε δυό κανονιές σε κάτι μπανανιές, πάνε οι μπανανιές. Μετά σκάσαν και μύτη με κάτι άλογα το ιππικό και αποκεφαλίσανε κάτι ανδρείκελα, και σου λένε τα Ταμπασκάκια, μάγκα κάτσε καλά εδώ πέρα γιατί αυτοί βαράνε. Άσε τις μαγκιές και ξεκίνα να φτιάχνεις καμιά σάλτσα από καυτερή πιπεριά, να φάνε να σκάσουνε να ησυχάσουμε.
Ιστορικές πηγές αναφέρουν πως στην μεράρκια σολντάτα του Κορτές υπήρχε έλλην τις, υπό το μυστήριο όνομα Εστεμπάν ντε λος Ψήστας. Ο Εστεμπάν ήταν απο παλιά ελληνική οικογένεια που το 1206, επί φράγκικης κατοχής στο Ελλάντα, έφυγε από τα Βάτικα, με τις γαλέρες του Γοδεφρείδου ντε Μπουγιόν που είχε χαθεί κάπου εκεί πέρα (από κει βγήκε και το “Βατικανό”, διοτι ο Γοδεφρείδος έψαχνε τα Βάτικα για να αγοράσει καυτερά κρεμμύδια για τα σουβλάκια του, έστριψε όμως λάθος και βγήκε στη Σπάρτη. Εκεί ρώτησε ένα χωριάτη και ο χωριάτης μη γνωρίζων λατινικά απήντησε “Βάτικα νο”). Που λέτε η οικογένεια του Εστεμπάν ντε λος Ψήστας έφυγε από τα Βάτικα με τις γαλλέρες του Γοδεφρείδου, πέρασε στις γαλέρες του Βιλλαρδουϊνου, και ο προ προ προ προ προ προ προπαππος του κατέληξε μάγειρος στην αυλή της Μαντρίντ, όπου και δίδαξε, πιστός στο Σουβλακέα, την τέχνη του ψησίματος στους κάφρους εσπάνιόλος που μέχρι τότε τρώγαν βρύα και λειχήνες και βάραγε η λόρδα βιολοντσέλλο.
Ο Εστεμπάν λοιπόν, μεγάλο μούτρο και αυτός, κοντούλης, μαυροτσούκαλος και πονηρός του κερατά, είχε καταλήξει προσωπικός μάγειρας του Κορτές. Πολλά βράδια καθόταν μαζί του και του μίλαγε για την πίστη των προπατόρων του, το Μεγάλο Σουβλακέα. Του έλεγε για τις χάρες του κρέατος, του ελεύθερου σεξ και της πάπρικας. Ο Κορτές μασαμπούκωνε χοιρινά επι καθημερινής βάσεως, χούφτωνε τις Ταμπασκίνες αδιαλλείπτως, και στο ενδιάμεσο άραζε δίπλα στη φωτιά έπινε τσίπουρο και έσπαγε τις κουκουναράτες ψείρες από την κασίδα του. Μονο που του σπάγαν τα νεύρα επειδή ερχόταν κάθε τρείς και λίγο ο τράγος ο κατόλικο και τον έλεγε μπεκρή, σάτυρο, αχόρταγο και τα λοιπά και τον καταδίκαζε σε αιώνια πυρά. Άσε που του ζήταγε συνέχεια λεφτά.
Οπότε μια μέρα ο Κορτές τα πήρε. Ο Εστεμπάν του μίλαγε για ένα θεό που θα τον άφηνε να τρώει όσο θέλει, να πίνει τσιπουράκι, να κάνει ελεύθερα σεξ και όλα αυτά όχι μόνο χωρίς απαγόρευση αλλά και με παρότρυνση. Και τσάμπα! –σε αυτό το τσάμπα έγιναν βελτιώσεις χρόνια μετά-. Ο άλλος ο θεος, όχι μόνο του ζήταγε συνέχεια λεφτά, αλλά όσα και να δινε, πάλι θα τον έκαιγε ως σουβλάκι εις την αιώνια θράκα του. Ενώ η θραξ του Σουβλακέα ήτο μόνο για σουβλάκια.
Έτσι ένα βράδυ, και αφού ο Κορτές είχε φαρμακώσει καμια 30αρια μπριτζολάκια από τάπιρο, κάτι στήθη γαλοπούλας και μισή σούβλα κοκορέτσι, το αποφάσισε. Κατέβασε δυό παγωμένες ρακές και κάλεσε τον Εστεμπάν.
“Έλα δω ρε καμπρόν..”
“Θι θενόρ”
“Πώς θα γίνει να αλλαξοπιστήσω και να πιστέψω στο Σουβλακέα;”
“ Ντρινγκ δυό κιλάκια ρακάκι θενόρ, φάε δυό κοντοσουβλάκια, πες οτι δε θα ξαναφάς σαλατικά και ότι δε θα ξανανηστέψεις ποτέ σου και τοδος οκ θενόρ καπιτάν μαγιόρ”
“Μέσα είσαι δικέ μου, με γκούστας του λέμε”.
Ο Κορτές και ο ντε λος Ψήστας, διδάσκουν τους άγριους
Το επόμενο πρωί, η εικόνα του πάπα κατόλικο αντικαταστάθηκε από την εικόνα του σουβλάκι γκράντε και ο πάπα πήρε τη ζούγκλα και την έκανε και κανείς δεν ξανάκουσε για αυτόν.
Οι μόνοι χαμένοι ήταν οι ταμπασκέοι, που πριν ένα μήνα πίστευαν στον Κουετζαλκόατλ και τον Χουιτζιλοποχότλι, μετά στον Σάνκτο Πατάπιο, και τώρα έπρεπε να μάθουν τα του Σουβλακέα. Όταν όμως ο Εστεμπάν ντε λος Ψήστας τους εξήγησε τα της πίστης, γουστάραν.
Γιατί ; Γιατί οι παλιοί δικοί τους, απαιτούσαν ανθρωποθυσίες. Και να πιστεύεις και να χάνεις τη συκωταριά σου; Ε δε λέει..σαν πολλά ζητάνε
Ο παπάς ο κατόλικο και αυτός πολλά ζήταγε. Μπορεί να παρέμενες ζωντανός (ανάλογα τα κέφια βέβαια, διοτι άμα έλεγες οτι η γή είναι στρογγυλή, σε ψήναν όρθιο για να σε εξαγνίσουν), αλλά δε σου άφηναν τσεντέσιμο. Να μια έρανος για τους τυφλούς, να μια για τους μουγκούς, να μια για αυτούς που είχαν ποδάγρα, να μια για τους νεκρούς, όλο έρανο έρανο, ΔΩΣΑΜΕ ΡΕ!
Ο Εστεμπάν από την άλλη, φάτε πιείτε, γλεντήστε και κάντε και σεξ..
Ενθουσιαστήκαν τα Ταμπασκάκια και άλλαξαν μάλιστα και όλες τις τοιχογραφίες..
Τοιχογραφία Ταμπασκέου Σουβλακοπαπά με πιάτο με πιτες και χοιρινά σουβλάκια Έτσι, λόγω τις διάδοσης της πίστης του Σουβλακέα και στον νέο κόσμο, ο αξιότιμος κάθηκος Ερνάνο Κορτές, απέκτησε τον τίτλο του πρώτου
Κονψησταδώρ!
υ.γ : Αφιερωμένο στο Νίκο Τσιφόρο. Άμα δεν υπήρχε αυτός, εμείς δε θα είχαμε τι να αντιγράψουμε..