Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατακλυσμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κατακλυσμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Βεγκαγεδδών Ι.Ι - Προοίμιο

Ως θρησκεία σεβόμενη τον εαυτό της, πρέπει και εμείς να επινοήσουμε μια ωραία ιστορίουα για το τέλος του κόζμου, των πάντων και του κρέατος, ώστε να φοβηθούν και λίγο τα πιστόνια, να μας σκάσουν τίποτα γκαφρά στα σουβλατζίδικα, μπας και τελειώσω ποτέ τη βίλα στη Μύκονο. Θέλω να βάλω κάτι πέτρες Καρύστου και είναι πανάκριβες οι ρημάδες.
Έτσι, μια μέρα που καθόμην εις κορυφήν βουνού και ατένιζον το πέλαο και κάτι γυμνές τουρίστριες παραδίπλα, οι ουρανοί εσχίσθησαν, μεγάλη φωνή ηκούσθη και οι τουρίστριες έκλασον πόμολα και την έκαναν. Με τρανή φωνή ανεφώνησα "Γιατί ρε πούστη μου τώρα, πάνω που ετοιμαζόμην να κάνω πλονζόν πάνω στα τροφαντά κοριτσούδια;" και ο Σουβλακεύς απήντησε : "Σκάσε ρε παπάρα, έχουμε μεγαλύτερα προβλήματα τώρα. Περίμενε λίγο και θα στις ξαναφέρω. Πάρε τώρα την έμπνευση, να κάτσεις να γράψεις για τον Βεγκαγεδδώνα, τη μεγάλη μάχη εναντίον των Βέγκαν και Βετζετάριαν που θα σημάνει ή το τέλος των ψητών ή το τέλος των χορταρικών και την οποία θα νικήσουμε γιατί αυτοί είναι ένα μάτσο ξεπεσμένοι χίπηδες και θα μας επιτεθούν με κοφτερές φέτες ανανά, ενώ εμείς θα σκάσουμε μύτη με σούβλες, μπαλτάδες και μηχανές του κιμά. Σου λέω η τελική μάχη θα είναι πιο επική και από τη σκηνή του πάρτυ στο Braindead".
"ΜΕΣΑ ΜΑΣΤΟΡΑ" αναφώνησα, κατέβασα δυό κουβάδες Mikkeler και ξεκίνησον τη συγγραφή του έπους.

Βεγκαγεδδών Ι.Ι - Προοίμιο

Σκύψε ευλογημένη δίπλα μου, μοίρα σκοτεινή κι απάνθρωπη
ανέκραξε τους στεναγμούς σου, βαθιά μέσα στα ώτα μου
και πες μου μοίρα κακιά και στριτζωμένη
για τα σημάδια της συμφοράς που θα ρθει
τη γη να συνταράξει και το ψητό μου να χαλάσει.
Και μοίρα ενεφανίσθη ασκαρδαμυκτί, πανώρια τρομερή
αδύνατη και κοκκαλιάρα, με δόντια σουβλερά
μα το βυζί στητό σιλικονάτο, και η κόμη της ξανθιά

Άκου θνητέ κακόμοιρε, μικρέ σουβλακιστή
παλιορεμάλι κοιλιόδουλε, αλκοόλα τρομερή
Λίγα ειν τα ψητά σου εδώ, εσένα και των άλλων
Σε λίγο τέλος έρχεται, με εντολές των Γάλλων
Γιατί δεν είναι δυνατό, να τρως να μπεκροπίνεις
να φχαριστιέσαι γενικά, σα βόδι θα παχύνεις
Προφητεία φρέσκια σου φερα, να κλασεις το μαλλί
για συμφορά που έρχεται, μεγάλη τρομερή

Ισα μωρή άρρωστη, σαβούρα λιμασμένη
τον πρόλογα παράτα μας, παλιοσαφρακιασμένη
Έμπα αμέσως στο ψητό, και πες την παπαριά σου
Και φάε και κανα ψητό, να πάρουν κρέας τα κανιά σου
Φόρα πάρε τρομερή, και έλα να με φοβίσεις
στα σάλια που σου τρέχουνε, μόνο να  μη γλυστρίσεις
Και όπως θα ρχεσαι τσακίσου φέρε καμιά μπύρα
και δυό κομμάτια παστουρμά, με μάξιμουμ αλμύρα

Ω μικρέ ανόητε, θύμα και κακομοίρη
κρεατοφάγε ηλίθιε και μπατιροκαρμοίρη
τώρα γελάς τωρα μιλάς, που ναι νωρίς η ώρα
η προφητεία όμως αυτή, θε να αρχίσει τώρα
Πρόσεχε και άνοιξε τα ώτα και τα μάτια
και άσε παραδίπλα του γύρου τα κομμάτια
Αρχίζω γω λοιπόν, αν θέλεις άκουσέ με
και αφού τελειώσω μοναχά, έλα και τάϊσέ με
(γιατί πεινώ γιατί πονώ, συνέχεια η ρουφχιάνα
2 μήνες τώρα τρώω, μάγκο και γκουαράνα)


Θα έρθει ήμαρ σκοτεινό, ήμαρ σκοτεινιασμένο
και κάθε ζαρζαβατικό, θα σκάσει θυμωμένο
οι μπύρες θα ξυνίσουνε, τα πρόβατα θα κράζουν
τα χοιρινά δε θα σωθούν και εκείνοι που τα σφάζουν
τα κάρβουνα θα σβήσουνε, οι θράκες θα βουρκώσουν
οι αρτηρίες σας και η καρδιά, αμέσως θα βουλώσουν


Έσεται ήμαρ άγριο, το σύμπαν να θερίσει
και του θηρίου η κραυγή φριχτά θα αλυχτήσει
7 κοτσάνια θα κρατά, 7 θα'ν οι κατάρες
7 σιχτίρια στα ψητά, 7 και στις μανάρες
αμέσως θα ξινίσει το κρασί, το τσίπουρο, η μπύρα
και δε θα ξέρει ο καθείς, την βρωμερή του μοίρα

Όταν το κτήνος αντρωθεί , η δίαιτα γεννήσει
σύννεφο άγριο θα μαζωχτεί, και τόφου θα μυρίσει
7 κοτσάνια θα απλωθούν, 7 θα'ν τα σημάδια
αλλά μπορεί να ναι και 12, δεν κάνουμε παζάρια

Πρώτο κοτσάνι θ'απλωθεί, σε λίγο, πως το λένε
στο επόμενο κεφάλαιο, που οι χοντροί θα κλαίνε
η έμπνευση με έφυγε, μακριά και με αφήνει
μέχρι τότε όμως πιστέ, πορεύου εν Μπυρίνει











Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

Σουβλίβλος, Κατακλυσμός



(.... χαμένα αποσπάσματα της Σουβλίβλου, κατακαυθέντα ύπο την μήνιν των απίστων βαρβάρων. Δεν κατέχομεν λεπτομέρειες χρονολόγησης του συμβάντος ή της καταγραφής αυτού. Αι έρευναι συνεχίζονται)


Τω καιρώ εκείνο ο Σουβλακεύς ο Μέγας έτρωγε τον άμπακο και παρατηρούσε ήρεμος τα της γης. Και την γη παρατηρούσε ήρεμος ο Μέγας Σουβλακέας τρώγοντας τον άμπακο.

Εχοντας ξεκοκκαλίσει εν γουρονόπουλον και 2 κοντοσούβλια γύρευε κατιτίς χωνευτικό δια την πέψιν. Και για την πέψιν κάτι χωνευτικό γύρευε μιας και είχε φάει ίσαμε μια μαούνα.

Και ψάχνοντας εν τω κελάρι βρήκε βέλτιστον τσίπουρον, κρητικόν και ρακή καλούμενον. Και ρακη βέλτιστη βρήκε ψαχνοντας εις στο κελάρι.

Και ήπιε ίσαμε ένα υπερωκεάνειο ρακή και ερεύθει σφόδρα. Και σφόδρα ερεύθει έχοντας πιει ίσαμε ένα υπερωκεάνειο ρακή.

Και ένιωσε καούρες. Και καούρες ένιωσε.

Και είπεν ο Μέγιστος: "Ρε συ φέρε καμιά μπυρα να σβήσω την καούρα. Και κανένα φυστίκι. Άντε μην σας πάρει και σας σηκώσει". Και μπύρα μετά φυστικίων εζήτησε από το προσωπικό της ουρανίας σουβλοικίας.

Έχοντας πιει ικανή ποσότητα μπυρακίων ερεύθει και έπεσε ξερός για ύπνο, αμέσως αφού γέμισε το ποτήρι του για τελευταία φορά. Και γέμισε το ποτήρι του για τελευταία φορά και έπεσε για ύπνο, αφού πρώτα ερεύθει έχοντας πιει κανα δυο τελάρα μπυρίτσες.

Φεύ!

Φεύ.

Ονειρεύαμενος πιτσιρίκας στρουμπουλάς και σφιχτοκώλας εκινήθη εντός του ονείρου να τις πιάσει. Και εκινήθη να πιάσει τας ονειρικάς του οπτασίας οίτινες τον σαγήνευον εν τω ύπνω.

Και έγινε μαλακία και έχυσε το ποτήρι με την μπύρα. Και το ποτήρι με την μπύρα εχύθη και, α στο διάολο, καταλάβατε.

Και πίπτουσα η μπύρα από τη θεία τράπεζα έπεσε εις την γην. Και εις την γην έπεσε η μπύρα αφότου έκανε πουτάνα το θεϊκό τραπέζι.

Τρομοκρατημένοι οι κάτοικοι της γης δεν ήξευρον τι να σκεπτώσι μιας και η ποσότης που έπεσε έφτανε να πνίξει τον πλανήτη. Και τον πλανήτη ημπορούσε να πνίξει η πίπτωσα μπύρα και οι κάτοικοι, και τα λοιπά και τα λοιπά.

Και εγένετο κατακλυσμός μέγας. Και μέγας κατακλυσμός εγένετο.

Και οι άνθρωποι πνιγόντουσαν σαν τα ποντίκια. Και σαν τα ποντίκια οι άνθρωποι πνιγόσαντε.

Και πλήρης θεϊκής ακοής παρ' όλο το μεθύσι του, ο Σουβλακεύς τους άκουσε ευθύς. Και ευθύς ο Σουβλακές άκουσε τις κραυγές των δημιουργημάτων του γιατί μεθυσμένος μπορεί να ήταν αλλά όχι κουφός.

Και ξύπνησε.

Μόνο που είχε πονοκέφαλο και πήγε για έναν καφέ. Και για καφέ πήγε μιας και το κεφάλι του πόναγε σφόδρα.

Γυρίζοντας είδε την γη υγρή και βρεγμένη. Και είδε ο μέγιστος την γην να είναι τίγκα στην μπύρα.

Και απελπισμένος φώναξε. Και φώναξε απελπισμένος

"Ρε τι μαλακία έκανα!"

Μην γνωρίζοντας τι άλλο να κάμνει πήρε ένα καλαμάκι. Και εν καλαμάκι έλαβε, μην γνωρίζοντας τι δεον κάλλιον πράττειν.

Και βιαστικά ρούφηξε μια γερή τζούρα από την χυμένη μπυρα. Και από την χυμένη μπύρα μια γερή τζούρα ρούφηξε βιαστικά.

Και εγένετο θαύμα και τα ύδατα υποχώρησαν. Και τα ύδατα υποχώρησαν και έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου να λέω τα ίδια και τα ίδια.

Και βλέποντας πως δεν καταστράφηκαν όλοι οι άνθρωποι αλλά μερικοί τυχεροί επέζησαν, τους ευλόγησε. Και ευλόγησε τους λίγους τυχερούς επιζήσαντες.

Και έκανε την μπύρα που είχε μείνει νερό. Και εις ύδωρ μετέτρεψε την εναπομένουσα μβύραν.

Και έπεσε για ύπνο. Και για ύπνο έπεσε.

Οι άνθρωποι μην γνωρίζοντας τι έγινε προσπαθούσαν να κατανοήσουν το συμβάν. Και το συμβάν ήτο ακατανόητο από τους ανθρώπους.

Τότε κάποιος μπαγλαμάς είπε πως τους τιμώρησε ο Θεός για τις αμαρτίες τους. Για τις αμαρτίες τους ισχυρίστηκε κάποιος μπαγλαμάς πως τιμωρήθηκαν.

Και οι άνθρωποι τον πίστεψαν. Και τον πίστεψαν οι άνθρωποι.

Και αυτό δεν ήταν κακό. Ήταν μαλακία.