Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουβλιβλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουβλιβλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

Βεγκαγεδδών Ι.Ι - Προοίμιο

Ως θρησκεία σεβόμενη τον εαυτό της, πρέπει και εμείς να επινοήσουμε μια ωραία ιστορίουα για το τέλος του κόζμου, των πάντων και του κρέατος, ώστε να φοβηθούν και λίγο τα πιστόνια, να μας σκάσουν τίποτα γκαφρά στα σουβλατζίδικα, μπας και τελειώσω ποτέ τη βίλα στη Μύκονο. Θέλω να βάλω κάτι πέτρες Καρύστου και είναι πανάκριβες οι ρημάδες.
Έτσι, μια μέρα που καθόμην εις κορυφήν βουνού και ατένιζον το πέλαο και κάτι γυμνές τουρίστριες παραδίπλα, οι ουρανοί εσχίσθησαν, μεγάλη φωνή ηκούσθη και οι τουρίστριες έκλασον πόμολα και την έκαναν. Με τρανή φωνή ανεφώνησα "Γιατί ρε πούστη μου τώρα, πάνω που ετοιμαζόμην να κάνω πλονζόν πάνω στα τροφαντά κοριτσούδια;" και ο Σουβλακεύς απήντησε : "Σκάσε ρε παπάρα, έχουμε μεγαλύτερα προβλήματα τώρα. Περίμενε λίγο και θα στις ξαναφέρω. Πάρε τώρα την έμπνευση, να κάτσεις να γράψεις για τον Βεγκαγεδδώνα, τη μεγάλη μάχη εναντίον των Βέγκαν και Βετζετάριαν που θα σημάνει ή το τέλος των ψητών ή το τέλος των χορταρικών και την οποία θα νικήσουμε γιατί αυτοί είναι ένα μάτσο ξεπεσμένοι χίπηδες και θα μας επιτεθούν με κοφτερές φέτες ανανά, ενώ εμείς θα σκάσουμε μύτη με σούβλες, μπαλτάδες και μηχανές του κιμά. Σου λέω η τελική μάχη θα είναι πιο επική και από τη σκηνή του πάρτυ στο Braindead".
"ΜΕΣΑ ΜΑΣΤΟΡΑ" αναφώνησα, κατέβασα δυό κουβάδες Mikkeler και ξεκίνησον τη συγγραφή του έπους.

Βεγκαγεδδών Ι.Ι - Προοίμιο

Σκύψε ευλογημένη δίπλα μου, μοίρα σκοτεινή κι απάνθρωπη
ανέκραξε τους στεναγμούς σου, βαθιά μέσα στα ώτα μου
και πες μου μοίρα κακιά και στριτζωμένη
για τα σημάδια της συμφοράς που θα ρθει
τη γη να συνταράξει και το ψητό μου να χαλάσει.
Και μοίρα ενεφανίσθη ασκαρδαμυκτί, πανώρια τρομερή
αδύνατη και κοκκαλιάρα, με δόντια σουβλερά
μα το βυζί στητό σιλικονάτο, και η κόμη της ξανθιά

Άκου θνητέ κακόμοιρε, μικρέ σουβλακιστή
παλιορεμάλι κοιλιόδουλε, αλκοόλα τρομερή
Λίγα ειν τα ψητά σου εδώ, εσένα και των άλλων
Σε λίγο τέλος έρχεται, με εντολές των Γάλλων
Γιατί δεν είναι δυνατό, να τρως να μπεκροπίνεις
να φχαριστιέσαι γενικά, σα βόδι θα παχύνεις
Προφητεία φρέσκια σου φερα, να κλασεις το μαλλί
για συμφορά που έρχεται, μεγάλη τρομερή

Ισα μωρή άρρωστη, σαβούρα λιμασμένη
τον πρόλογα παράτα μας, παλιοσαφρακιασμένη
Έμπα αμέσως στο ψητό, και πες την παπαριά σου
Και φάε και κανα ψητό, να πάρουν κρέας τα κανιά σου
Φόρα πάρε τρομερή, και έλα να με φοβίσεις
στα σάλια που σου τρέχουνε, μόνο να  μη γλυστρίσεις
Και όπως θα ρχεσαι τσακίσου φέρε καμιά μπύρα
και δυό κομμάτια παστουρμά, με μάξιμουμ αλμύρα

Ω μικρέ ανόητε, θύμα και κακομοίρη
κρεατοφάγε ηλίθιε και μπατιροκαρμοίρη
τώρα γελάς τωρα μιλάς, που ναι νωρίς η ώρα
η προφητεία όμως αυτή, θε να αρχίσει τώρα
Πρόσεχε και άνοιξε τα ώτα και τα μάτια
και άσε παραδίπλα του γύρου τα κομμάτια
Αρχίζω γω λοιπόν, αν θέλεις άκουσέ με
και αφού τελειώσω μοναχά, έλα και τάϊσέ με
(γιατί πεινώ γιατί πονώ, συνέχεια η ρουφχιάνα
2 μήνες τώρα τρώω, μάγκο και γκουαράνα)


Θα έρθει ήμαρ σκοτεινό, ήμαρ σκοτεινιασμένο
και κάθε ζαρζαβατικό, θα σκάσει θυμωμένο
οι μπύρες θα ξυνίσουνε, τα πρόβατα θα κράζουν
τα χοιρινά δε θα σωθούν και εκείνοι που τα σφάζουν
τα κάρβουνα θα σβήσουνε, οι θράκες θα βουρκώσουν
οι αρτηρίες σας και η καρδιά, αμέσως θα βουλώσουν


Έσεται ήμαρ άγριο, το σύμπαν να θερίσει
και του θηρίου η κραυγή φριχτά θα αλυχτήσει
7 κοτσάνια θα κρατά, 7 θα'ν οι κατάρες
7 σιχτίρια στα ψητά, 7 και στις μανάρες
αμέσως θα ξινίσει το κρασί, το τσίπουρο, η μπύρα
και δε θα ξέρει ο καθείς, την βρωμερή του μοίρα

Όταν το κτήνος αντρωθεί , η δίαιτα γεννήσει
σύννεφο άγριο θα μαζωχτεί, και τόφου θα μυρίσει
7 κοτσάνια θα απλωθούν, 7 θα'ν τα σημάδια
αλλά μπορεί να ναι και 12, δεν κάνουμε παζάρια

Πρώτο κοτσάνι θ'απλωθεί, σε λίγο, πως το λένε
στο επόμενο κεφάλαιο, που οι χοντροί θα κλαίνε
η έμπνευση με έφυγε, μακριά και με αφήνει
μέχρι τότε όμως πιστέ, πορεύου εν Μπυρίνει











Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Ο μπόλεμος συνεχίζεται αμείωτος.

Ναι, αγαπητοί εν ψητώ αδελφοί και αδελφές (οι αδελφάρες αποκλείονται, άι αμ σόρρυ). Χθες ήτο μια παγκόζμια μέρα εορτής, η ημέρα που επισήμως τιμούμε τον Μέγα Σουβλακέα (μεγάλη η χάρη του): η Τσικνοπέμπτη.
Φυσικά ως πασίγνωστον είναι αρκούντως υποκριτικό να τιμούμε τον Μέγα Σουβλακέα μόνο μία ημέρα τον χρόνο, γι'αυτό και η χοληστερίνη μας έχει εκτιναχθεί εις τα ύψη, απόρροια των έργων και ημερών του βδελυρού Σαλατανά, έχει ενδιαφέρον όμως να αποκαλύψουμε μερικά στοιχεία που υποδηλούσι την σκοτεινή συνομωσία κατά της Πίστεώς μας (μετά των παρελκομένων αυτής) διά μέσου ενός σιχαμερού επεισοδίου που μου έτυχες χθες.

Κατ' αρχήν, η ιερά ημέρα της Τσικνοπέμπτης εορτάζεται ημέρα Πέμπτη (βαθυστόχαστο συμπέρασμα) παρόλο που πρόκειται διά εορτασμόν αρχαιότατον κι ενίοτε και μυστηριακόν. Ως γνωστόν, αι μεγάλαι εορταί πέφτουν είτε Κυριακές, είτε Παρασκευές ή Δευτέρες (για να γίνονται τριήμερα), είτε σε οιανδήποτε άλλη περίπτωσι καθιερώνονται ως αργίαι. Αντιθέτως, η Τσικνοπέμπτη θεωρείται μια ακόμη κοινή ημέρα μιας ακόμη κοινής εβδομάδος, ακριβώς επειδή αι σκοτειναί δυνάμαις (αττική σύνταξις) προσπαθούν όπως επιβάλλουσι την απαξίωση εις την ιεράν μας εορτί.
Δεύτερον, η Τσικνοπέμπτη έχει ορισθεί σκοτεινώς και τεχνηέντως ως μεταφερόμενη ημέρα, η οποία συναρτάται από την περίοδο εορτασμού του Σιχαμερού Σαλατανά, δηλαδή της ημέρες νηστείας του Πάσχα: αναλόγως πότε θα πέσει το Πάσχα, αντίστοιχα μπροστά ή πίσω θα πέσει και η Τσικνοπέμπτη.
Τρίτον, έχει καθιερωθεί εις τας συνηδείσας των πλειοψηφούντων άπιστοι και των αντισουβλακισταί (αττική σύτναξις) ότι μοναχά την Τσικνοπέμπτη οφείλουμε να αποδίδουμε τα τω θεώ, απονείμωντας τον προβλεπόμενο φόρο τιμής εις τον Ύψιστον, ενώ ως προείπαμε τον Σουβλακέα οφείλουμε να τον τιμούμε καθημερινώς. Μην λησμονούμε, αγαπητοί, ότι η καταπολέμησι της μιαρής χοληστερίνης διά μέσου της σουβλακοφαγίας ισοδυναμεί με την αντιμετώπισι των πειρασμοί.

Ειδικότερα χθες πάντως που εβρισκόμουν εξωτερικά επιθεωρώντας τας τιμάς που αποδίδουν οι πιστοί, υπέπεσε στην αντίληψί μου (και δυστυχώς και εις το στομάχι μου) ένα πραγματικώς σιχαμερό φαινόμενο, ήτοι η νοθεία των ιερών ψητά. Κάθησα, το λεπόν, εις ένα μάλλον εντυπωσιακόν κρεατοφαγείον και παρήγγειλα το καθαγιαζμένον κοκορέτσιον μετά των οσίων τζατζικίων κλπ, βοήθειά μας. Κι ενώ επερίμενα καρτερικά την προσκόμισι της παραγγελίας, εις το τραπέζι μου έφεραν κοντοσούβλιον. Οι διαμαρτυρίες ήτο έντονες, αλλά δυστυχώς έπεσα σε στόκους: "Κοκορέτσι δεν έχουμε", μου απήντησαν. "Τι εννοείτε; Σας τελείωσε;", ερώτησα. Και προς μεγάλην μου έκπληξι έλαβα την απάντηση: "Όχι, δεν κάναμε σήμερα".
Ιδού η πλεκτάνη, ιδού η συνωμοσία, ιδού αι σκοτειναί ενέργειαι: ναι μεν υπήρχε μια ταμπέλα νααααααα (με το συμπάθειον ότι διατίθεται κοκορέτσι) αλλά κοκορέτσι δεν υπήρχε. Ήταν προφανές το σχέδιον να μην πάνε οι πιστοί στα ορθά μαγαζά για τις απαιτούμενες θυσίες. Τέλος πάντων, δεδομένης της μεγάλης εορτής απεφάσισα να μην τα μπορντελοποιήσω περαιτέρω τα πράγματα και κάθησα να απολαύσω το κοντοσούβλιόν μου, όπου δυστυχώς από την πρώτη μπουκιά μου έκοψε το χρώμα: το ιερόν κοψίδιον υπήρχε μοναχά εξωτερικά και εις την τρυφερήν καρδίαν του ψητού υπήρχαν διάφορα σαλατανικά αντικείμενα όπως πιπεριαί, κρόμμυες ολόκληροι κλπ με αποτέλεσμα τελικώς το μπορντέλον μετά αντιστοίχων γαμωσταυριδίων να μην αποφευχθεί.
Ο προβληματισμός μου ήτο πλέον τεράστιος, αφού διαπίστωσα ότι αι προσπάθειαι υποβάθμισης της Πίστεώς μας είναι οργανωμένοι.

Γι'αυτό σας εφιστώ την προσοχή αγαπητοί εν τζατζίκι αδελφοί και αδελφές να γρηγορείται. Να κρατάτε ψηλά τα λάβαρα με τα σύμβολα της Πίστεώς μας, ήτοι το μαχαιροπήρουνον, το μπολάκι με το τζατζίκι και τη σούβλα (δεκταί κι άλλαι προσθήκαι). Μην καταθέτετε τα όπλα καθώς και τα πηρούνια εις τους μιαρούς βωμοί των Σαλατανιστών. Ας τρώνε αυτοί τις σαλάτες τους, ας κάνουν αυτοί τις νηστείες τους, ας κάνουν αυτοί τις σιχαμερές τις δίαιτές τους. Εμείς έχομεν επιλέξει τον δρόμον τον δύσκολον και συνάμα τον εξαγνιστικόν: τρώμε τα ιερά κοψίδια, τιμούμε τον Ύψιστο Σουβλακέα και αποδεχόμεθα τις συνέπειες της υψηλής χοληστερίνης γνωρίζοντας ότι ο Σουβλακεύς είναι απλόχερος και αναγνωρίζει τις προσπάθειες.

Επίσης αφήστε ό,τι κάνετε, σηκωθείτε από καρέκλαι και καναπέδαι και μην λησμονήσετε να προμηθευτείτε (κάμερα σε'μένα) την αριστουργηματική τριλογία Τα Απόκρυφα Σουβλακείμενα, Ο Γύρος της Γης, Το Μυστικό Κοψιδιάστημα προκειμένου να αναβαθμίσετε τις γνώσεις σας περί της θρησκείος μας, ως επίσης και τα οικονομικά της Εκκλησίας μας.

Τσίκνησον
Τζατζίκησον
Σουβλόγησον

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Η εβδομάδα των αμνοεριφίων.


"'Aαααααααλαλα τα χείιιιλη των κατσικιώωωωωωωωωωων..."

Τέκνα μου! Αδέρφια μου! (Ναι μανίτσα και συ πίσω με το βαθύ ντεκολτέ.. σσσσσσπω μετά)

Όπως δεν θα γνωρίζετε κατά πάσα πιθανότητα -και όχι από δικό σας σφάλμα, αλλά επειδή αυτά που θα σας πω μου απεκαλύφθησαν αποκαλυπτικώς χτες βράδυ κατά τις 11 και αφού είχα σαβουρώσει 5 σουβλάκια χοιρινά, μια γαβάθα πατάτες, ένα χοντροκομμένο κρεμμύδι και μπολικη μουστάρδα με ταμπάσκο- σήμερα ξεκινάει η εβδομάδα των αρνιών-κατσικιών-εριφίων γενικότερα.


Ενεφανίσθη που λέτε εν τω μέσω της στομαχικής και πνευματικής μου ραστώνης - και κατά τη διάρκεια προβολής επεισοδίων του House Μ.D - όραμα τρανό και μεγάλο και μέγα και τρανό. Και υπήρξαν πολλές κραυγές και αλλαλάζουσες φιγούρες γύρω τριγύρω. Και ο σκύλος μου έκλασε μπάμιες. Και οι γυμνοσάλιαγκες στον κήπο εστάθησαν όρθιοι, με τις κεραίες τους να πάλλονται στο ρυθμό της Μακαρένα που είχε βάλει ο απέναντι απάλευτος γείτονας βραδιάτικα. Και άνθισε το θυμάρι και το δεντρολίβανο. Μόνο η γλάστρα με τις καυτερές πιπεριές έμεινε ανέγγιχτη και άσπιλη και πράσινη μεν, άνευ ανθέων δε. Και τότε κατάλαβα ότι επρόκειτο περί θαύματος και ότι επέκειτο αποκαλυπτική αποκάλυψις αποκεκαλυμένων γεγονότων που μέχρι τούδε (χτες βράδυ δηλαδή κατά τις 11) ήτο άγνωστα στην ανθρωπότητα, είτε ξεχασμένα στο βάθος της σκόνης του χρόνου και των αραχνοϋφαντων ιχνών που αφήνουν οι αιώνες στο πέρασμά τους από τις γενετικές μνήμες της συνείδησης ανθρώπων τε και κτηνών και φυτών και ανθρώπινων φυτών και ζώων τετράποδων, εντελώς κατά σύμπτωση όρθιων.

Και μέσα σε καπνό πολύ και τσίκνα και μυρωδιά από ρίγανη και πάπρικα ενεφανίσθηκε ον τί περίεργον μεν και πρωτοφανές και εκτός κάθε πραγματικότητας η οποία θα έκανε πιστευτή την ύπαρξή του -εκτός αν πρόκειται για αμετροεπή θρησκοληψία και εγγενή χαζομάρα-. Οπότε και δεν πίστεψα επ ουδενί την ύπαρξή του και με βροντερή φωνή ανέκραξα

"Γαμώ την ατυχία μου μου έκατσε το παπρικοτσίλι με το ταμπάσκο στο στομάχι, που ναι μια σόδα μη γ...". Και αμέσως το περίεργο ον εξηφανίσθη μέσα σε ένα τοροειδές σύννεφο λογικής συμπερασματολογίας.

ΑΛΛΑ δεν την είχα γλυτώσει τόσο εύκολα. Οι από πάνω, οι ανθυποτέτοιοι του Σουβλακέα (των οποίο το όνομα είναι αφάτως ιερό για να αποκαλυφθεί στους Γήινους, και έτσι και αλλιώς πολύ πολύπλοκο για να προφερθεί από όντα που δεν διαθέτουν δύο γλώσσες και μουσούδι που καμπυλώνει προς τα δεξιά και κάτω - οπότε και ονομάζονται απλά ανθυποτέτοιοι - λέξη που τους κάνει να γελάνε μια και σημαίνει "ένα λαχανικό με παραδόξως άσεμνο για μερικά δόγματα σχήμα" στη γλώσσα του Σειρίου), που λέτε οι από πάνω ανθυποτέτοιοι του Σουβλακέα απεφάσισαν πως οι θαυματουργές εμφανίσεις όντων που σκέφτηκαν να σχεδιάσουν την ώρα της αφόδευσης, δε θα έπιαναν σε μένα λόγω εξαιρετικής χρήσης της Ρασσέλιας λογικής, οπότε και μου απεκάλυψαν τα περί της εβδομάδας των αρνιών με τη μέθοδο της αυτόματης εμβάπτισης των νευρώνων μου σε ιερή και μυστική γνώση. Η εμβάπτιση αυτή για να γίνει όμως χρειάζεται πρώτα σοβαρή εμβάπτιση του στομαχιού και του συκωτιού μου σε αλκοολούχα διαλύματα που δρουν ως καταλύτες, όπερ και εγένετο πολύ γρήγορα μια και φρόντισαν να με πιάσει και μια ακατανίκητη δίψα για μπύρα.

Μετά από 28 κουτάκια μπύρα που λέτε, όλα ήρθαν και έδεσαν και απεκαλύφθη πλέον εις τους νευρώνας μου η απίστευτη ιστορία της εβδομάδας των αμνοεριφίων.


Η ιστορία μας λαμβάνει χώρα στα Καλύβια της Μεσογαίας, την εποχή της βασιλείας του Αλκαμένη του Κουτσού και 450 χρόνια πριν εφευρεθεί το μπαστούνι -οπότε και ο Αλκαμένης είχε μεγάλα προβλήματα να περιφέρεται στο "βασίλειό" του - που μεταξύ μας αποτελούνταν από 14 μάλλον μετρίου μεγέθους στάνες, 7 βοσκούς, τις 3 γυναίκες τους που μοιραζόντουσαν εναλλάξ και ένα μάλλον ασθενικό τσοπανόσκυλο, το Χλέμπουρα. Εις εκ των βοσκών, ο περίφημος Ερίφιος, ο γιός του Παπρίκιου του Μεγαλοψήστη, γιου του Πιττόγυρου του Εκδοροσφαγέα της οικογένειας των Γαρδουμπηδών, ήταν αλαφροϊσκιωτος και έβλεπε παντού φαντάσματα, ιπτάμενους δίσκους, ιπτάμενα τετράγωνα, σερνάμενα τρίγωνα και τα λοιπά και τα λοιπά. Όπως θα λέγαμε στις μέρες μας δηλαδή "μαλάκας με περικεφαλαία" - και είχε και περικεφαλαία. Ευτυχώς που δεν είχε κανάλι και εκπομπή γιατί θα λεγόταν ------------ (γνωστό όνομα δημοσιογράφου - άσκηση για το σπίτι). Ο Ερίφιος λοιπόν ήταν ό,τι δεν ήθελε ο πατέρας του να γίνει ποτέ. Ο κυρ Παπρίκιος το χε μεγάλο γινάτι που ο γιός του είχε βγει ψιλολούγκρα και αλλοπαρμένος και ντυνόταν σαν 50αρα μουρλοκακομοίρα τραγουδιάρα που θέλει απεγνωσμένα να ξαναγίνει 20 και παίρνει κιλά κόκα, έστω και αν ήταν μόνο 20. Ήθελε λοιπόν να τον κάνει το γιό του παλλικάρι. Και όχι τίποτα άλλο, αλλά ο νεαρός Ερίφιος είχε γίνει και χορτοφάγος! Μεγάλη η ντροπή για το τιμημένο σπίτι αυτής της εξαιρετικής φαμελιάς των Μεσογείων. Περιττό να πούμε -όπως θα καταλάβατε και από την ονοματολογία της οικογένειας, ότι οι Γαρδουμπήδες ήταν σουβλακιστές και μάλιστα από τα πλέον σεβαστά μέλη στην κοινότητα. Οπότε ήταν μεγάλο το όνειδος, το ηθικό άχθος που ενοιωθαν όταν ο Ερίφιος περπάταγε στο δρόμο ντυμένος σαν ντανταϊστική λατέρνα και τραγούδαγε σκυλάδικες παπαριές.
Ο κυρ Παπρίκιος όμως απεφάσισε σε μία εβδομάδα να τον κάνει άνθρωπο και πιστό σουβλακιστή. Το σχέδιό του ήταν ύπουλο, στρωτό και χειρουργικής ακριβείας, σίγουρο να πετύχει μέχρι το επόμενο Σάββατο, λίγο πρίν τις 12 τα μεσάνυχτα.
Δευτέρα : Ο Παπρίκιος είχε επικοινωνήσει με όλους τους τριγύρω γεωργούς και διανομείς χόρτων και λαχανικών και με όλους τους διανομείς τυροκομικών και γάλακτος. Επίσης εξαφάνισε από το σπιτι όλα τα χορταρικά, ακόμα και τη ρίγανη, το ψωμί και το λάδι. Ψέκασε και με κώνειο τα φυτά τριγύρω από τη στάνη. Όταν ξύπνησε ο Ερίφιος λιμασμένος, δε βρήκε τίποτα στα ντουλάπια για να φάει, εκτός από παϊδάκια. Με μια κραυγή σιχαμάρας έτρεξε έξω στην αυλή, όπου ο κυρ Παπρίκιος είχε αράξει με τους κολλητούς του και ψήνανε παϊδάκια, μπριζολάκια, μπιφτέκια, κεμπάπ και τσακίζανε ένα κοκκινέλι διαμάντι. Αηδιασμένος ο Ερίφιος κλείστηκε στο δωμάτιό του, αρνούμενος να συμμετάσχει σε αυτό το "μακελειό" όπως κλαίγοντας τσίριζε. Ο κυρ Παπρίκιος με τους φίλους του ξεκωλιάστηκαν στο φαϊ, έγιναν πίτα και πήγαν αργά το βράδυ σε κάτι φιλόξενες κοπέλες που ζούσαν παραλιακά και νοτιοανατολικά της Αττικής, να "ξεδώσουν" λίγο. Τρίτη : Δεύτερη μέρα κρεατοφαγίας στο ταπεινό σπιτικό των Γαρδουμπηδών. Ο Παπρίκιος έχει φτιάξει ένα κοντοσούβλι 4 μέτρα, έχει 6 κιλά παντσέτα χοιρινή, 35 μοσχαρίσιες και 4 κιλά τζατζίκι. Στην αυλή έχει έρθει όλο το χωριό, μέχρι και ο βασιλιάς. Τρώνε, πίνουν, χορεύουν και περνάνε εξαιρετικά όμορφα. Έχει σκάσει και ο τυφλός με τη λύρα και βαράει κάτι πενιές, άλλο πράμα "όοοοολοι οι θήτες του ντουυυυνιάααααααα", "Πετραδάκι πετραδάκι, χτίζεται Παρθενωνάκι", "Πάρε το χιτώνιό μου" "Το καράβι από την Περσία" και τέτοια. Γίνεται τρελλό πατιρντί. Ο Ερίφιος κλεισμένος στο δωμάτιό του πεινάει και πονάει. Ο πονηρός πατήρ φροντίζει να του ρίχνει ελάχιστες σταγόνες καθαρτικό στο νερό του ώστε να αδειάσει το σύστημα και να αποτοξινωθεί από τα χορταρικά. Ο Ερίφιος περνάει στερητικό σύνδρομο. Βλέπει γουρούνι και ονειρεύεται μαρούλι
Τετάρτη : Η προσθήκη εξαεριστήρα στη σχάρα που συνδέεται με το δωμάτιο του Ερίφιου είναι πλέον γεγονός. Τώρα πλέον η ντροπή της οικογένειας μυρίζει τσίκνα όλη μέρα. Ο πατέρας έχει ξεφύγει τελείως. 15 αρνιά, 20 κατσίκια, γίδα με ντομάτα, γιδόσουπα, κοκορέτσια, κοντοσούβλια, κεμπάπ, μπιφτέκια, της Ποπέας γίνεται. Έχουν μαζευτεί και από τα γύρω χωριά και τρώνε του σκασμού. Πολλοί λιποθυμάνε, άλλοι δε μασάνε και τσακίζουν τα κοψίδια συνοδεύοντάς τα με κιλά κοκκινέλι. Φέρνουν και από το σπίτι τους ποτήρια, πιάτα, καρέκλες, πηρούνια, γιατί δε φτάνουν. Ο Ερίφιος το βράδυ πιάνει τον εαυτό του να ξερογλείφεται στο παράθυρο και πέφτει κλαίγοντας στο κρεβάτι του να κοιμηθεί υπό τους ήχους κλαρίνων και λυρών. Η Τετάρτη αυτή ονομάζεται Τετάρτη του Ξελιγωμένου.
Πέμπτη : 4 χωριά, 6 κοινότητες, 2 δήμοι έχουν μαζευτεί σε ένα από τα μεγαλύτερα γλέντια στην ιστορία του χωριού -που είχε ιδρυθεί πριν 30 χρόνια αλλά λέμε τώρα-. Γύρω στα 1200 άτομα έχουν σκάσει μύτη και σήμερα κουβαλάνε και φαϊ μαζί τους. Η ψησταριά τώρα έχει επεκταθεί. Είναι ένας τεράστιος λάκκος, 30 μέτρα μάκρος, 8 πλάτος και 50 πόντους βάθος. Πάνω της ψήνεται η μισή κτηνοτροφική παραγωγή του νομού. Δεν υπάρχουν αξιοπρεπείς μαρτυρίες για το πόσο κρέας φάγανε εκείνη τη μέρα, αλλά ο μπακάλης του χωριού ισχυρίζεται ότι τους πούλησε 56 κιλά αλάτι και 45 κιλά πιπέρι για να τα αλατοπιπερώσουν. Καταλαβαίνετε πόσο φάγανε.
Ξαφνικά,σιωπή. Η πόρτα ανοίγει και ένας αναμαλλιασμένος Ερίφιος βγαίνει έξω, με το μάτι να γυαλίζει και σαλάκι να τρέχει από το στόμα του. Ο κόσμος μένει άναυδος. Σταματάνε τα μασουλήματα, τα πιπιλίσματα, οι φυσαρμόνικες στα παϊδια και τα ρουφήγματα. Λιπάκι τρέχει από τις γενειάδες στις σαλιάρες. Χωρίς να πει λέξη ο Ερίφιος πλησιάζει τον πατέρα του, του αρπάει από τα χέρια ένα κατσικίσιο μπούτι και το τσακίζει. Χαμός! Η ορχήστρα αρχίζει να βαράει ανελέητα το χιτάκι της εποχής "Δως μου δως μου δως μου, το αρνί σου". Ο συγκινημένος πατήρ ξεσπάει σε δάκρυα περηφάνειας και οι χωριανοί του δίνουν συγχαρητήρια.
Παρασκευή : Ο Ερίφιος σηκώνεται πρωί πρωί και βοηθάει τον πατέρα του να δέσει τα αρνιά στις σούβλες, να κόψει κλήματα για τα κάρβουνα και να φτιάξει τα κοκορέτσια. Το γλέντι είναι μεγαλύτερο και από το χτεσινό. Το σπίτι τους μοιάζει με την κεντρική πλατεία του Οκτόμπερφεστ. 13 ορχήστρες, 1450 καρέκλες, 11 τόνοι κρεατικά και 3 τόνοι κρασί. Το βράδυ περιφέρουν τις σούβλες στο χωριό και κερνάνε κρέας και κρασί όσους δε μπορούσαν να έρθουν στο σπίτι να φάνε. Ο Ερίφιος είναι ντίρλα και χορεύει βαλς αγκαλιά με ένα ψητό κατσίκι το οποίο και σαβουρώνει μόνος του.
Σαββάτο : Ο Ερίφιος ξυπνάει και αφού τσακίζει λίγο ζεσταμένο κοντοσούβλι και ένα κιλό κρασάκι ανακοινώνει στον πατέρα του ότι θέλει να προετοιμάσει ένα αρνί, για να το φάνε μόνοι τους αύριο, Κυριακή. Ο πατέρας του του δίνει την πατροπαράδοτη χαντζάρα και μέχρι τις 12 το μεσημέρι ο Ερίφιος έχει σφάξει 48 αρνιά και 32 κατσίκια, τα οποία και μοιράζονται στο χωριό. Ο πατέρας του τρέμει από συγκίνηση. "Ο γιός μου ήταν νεκρός και αναστήθηκε. Ήταν μια αποτυχημένη τσομπανολούγκρα και έγινε άντρας βαρβάτος και τεστοστερονάτος. Γιορτάστε μαζί μας". Στο βραδυνό πάρτυ, λίγο πριν τις 12, ο Ερίφιος τίρλα και με κοιλιά τούμπανο χορεύει αγκαλιά με γκομενάκι φίνο και με προφανή έλλειψη σεξουαλικών αναστολών. Λίγο πριν τις 12, την παίρνει στο δωμάτιό του και στις 12 ακριβώς ακούγονται από το δωμάτιο κραυγές ηδονής και χαράς. Πανζουρλισμός στο πάρτυ. Όλο το χωριό, το διπλανό χωριό, το απέναντι χωριό, οι Άνω Γκατζουρέοι, οι Κάτω Γκατζουρέοι, οι Δώθε Γκατζουρέοι, οι Κείθε Γκατζουρέοι, μέχρι και οι Θήβες, τα Εκβάτανα, η Περσέπολη, οι Συρακούσες, η Αντίπολη, η Τερψιθέας και οι Στήλες του Ηρακλέους σείονται από τον ήχο των κροτάλων και των σουβλών που κρούονται μεταξύ τους από τους αλλόφρονες παρτυάνιμαλς. "Ο Ερίφιος πήδηξε, ο Ερίφιος πήδηξε" σκούζουν όλοι αναψοκοκκινισμένοι και το ρίχνουν σε έναν άνευ προηγουμένου Μαραθώνιο κρεατοφαγίας και οινοποσίας. Το πρωί της Κυριακής τους βρίσκει όλους να ροχαλίζουν αγκαλιά.
Κυριακή : Ο Ερίφιος ξυπνάει με το γκομενάκι αγκαλιά. "Σήκω μωρή πατσόλα και φτιάξε μου έναν καφέ να ανοίξει το μάτι και φέρε μου και τα τσιγάρα". Ο πατέρας του ακούει από δίπλα και έχει χεστεί στο κλάμα. Σηκώνεται, πάει στο κρεβάτι του γιού του και του λέει συγκινημένος "Αγόρι μου, είσαι πλέον άντρας. Άμα την καταφέρεις να σου πλένει και τα σώβρακα θα είσαι Ο άντρας εδώ τριγύρω και φωτεινό παράδειγμα εις τους αιώνας. Σε παρακαλώ όμως πες το και στη μάνα σου γιατί μου χει βάλει τα δυό πόδια σε ένα παπούτσι και μου χει φύγει ο τάκος στο πλυσταριό". Ο Ερίφιος με ένα στριφτό κρεμασμένο στα χείλια του, ξύνει το 6 ημερών γένι του και χαμογελάει μυστηριωδώς.
"Όλα θα γίνουν πατέρα. Αλλά πρώτα από όλα άει έξω και άναψε φωτιά, να πάω να σουβλίσω το αρνί να το βάλουμε να ιδρώνει σιγά σιγά, γιατί θέλω κατά τις 2 να τρώμε. Το βράδυ θα πάρω τη μηχανή και θα πάω τη ... τηηηη... τη.... ΠΩΣ ΣΕ ΛΕΝΕ ΜΩΡΗ?"
"Ευρυπρώκτη"
"..την Ευρυπρώκτη για κανα παϊδι στη Χασιά".
"Γιε μου γιέ μου.."

Από τότε οφείλουμε να εορτάζουμε με τον ερχομό της Άνοιξης την εβδομάδα των αμνοεριφίων, εις μνήμην της μετατροπής του Ερίφιου από χαμένο χορτοφάγο σε εξαιρετικά καμμένο άντρα και μέγιστο κρεατοφάγο.
Ο Ερίφιος και η Ευρυπρώκτη έζησαν μαζί 1200 χρόνια, ευλογημένοι από το Μέγα Σουβλακέα, χωρίς ποτέ να τους πλήξουν οι εφιάλτες της Χοληστερίνης και της Μπυροκοιλιάς.

Μάθετε από αυτούς. Ίσως και να ζουν κάπου ακόμα ανάμεσά μας.

+Σουβλόγησον+

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Κατήχηση : Η θεωρία της Εξέλιξης




Αγαπητοί μου πιστοί, καιρός να σοβαρευτούμε λίγο.
Φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννηση ενός από τα λαμπρότερα πνεύματα της παγκόσμιας ιστορίας. Ενός ανθρώπου που θα έπρεπε να μας κάνει όλους υπερήφανους που ανήκουμε στο ίδιο είδος με αυτόν. Καλά ίσως μερικοί από εσάς να ανήκουν απλώς τυπικά στο ίδιο είδος με αυτόν, αλλά καταλάβατε τι λέει ο προφήτης τέλος πάντων. O Charles Darwin ο οποίος με τη θεωρία της εξέλιξης και της φυσικής επιλογής, τις οποίες δε θα αναλύσουμε εδώ πέρα, καθότι δεν είναι της ειδικότητάς μας ( Βιολόγε γράψε κάτι) άνοιξε τα μάτια των Homo Sapiens και εξόργισε κάποιους άλλους Homo που δε γούσταραν το ότι τους λέγαν απόγονους των πιθήκων, άσχετα αν οι συγκεκριμένοι είναι κοντινότερα στους πιθήκους απο ό,τι οι υπόλοιποι.
Οι άλλες θρησκείες -όχι εμείς- τα πήραν εις κράναν τα περί εξέλιξης και το θεώρησαν μεγάλη προσβολή το ότι ήταν φτιαγμένοι από πίθηκους -και βασικά κατ επέκταση επέκταση επέκταση από ψάρια και από αμοιβάδες που κολυμπούσαν στην πρωταρχική βιολογική σούπα-, ενώ θα προτιμούσαν να είναι φτιαγμένοι από λάσπη και καβαλίνες.
Χαμός στη φάση της παγκόσμιας σούπας - Πρώτα δείγματα από τους προγόνους σας ρε ζώα

Επαναλαμβάνουμε, για μερικούς από αυτούς διατηρούμε κάθε επιφύλαξη ότι η θεωρία της εξέλιξης έχει κάποιες παραλείψεις, μια και είναι πιο πιθανό όντως να είναι φτιαγμένοι από λάσπη και καβαλίνες, τουλάχιστον το εσωτερικό του κρανίου τους.
Στο δικό μας το μαγαζί όμως έχουμε διαφορετικά μυαλά και διαφορετικές αντιλήψεις.
Κατ'αρχήν , είμεθα εξ αποκαλύψεως βέβαιοι, μια και ο ίδιος προσωπικά και εξ αδιαιρέτου μιλώ καθ'εκάστην σχεδόν με το Μέγα Σουβλακέα. Είμεθα εξ αποκαλύψεως επαναλαμβάνω, άρα και ΑΠΟΛΥΤΑ σίγουροι, πως ο Μέγας Σουβλακεύς ΔΕΝ, επαναλαμβάνω, ΔΕΝ έφτιαξε τον κόσμο και τους ανθρώπους, τουλάχιστον με τον τρόπο που περιγράφουν οι λοιπές κοσμογονίες των άλλων θρησκειών, τις οποίες επ ουδενί δεν υποτιμούμε δημοσίως, στο πνεύμα της πολιτικής ορθότητας και ανεκτικότητας (να τα ακούνε αυτά μερικοί μερικοί ροπαλοκραδαίνοντες σεληνοφόροι ή σταυροφόροι). Καθ ιδίαν βέβαια ξεραινόμαστε στους γέλωτας με τις μπαρτζολέτες που αραδιάζουν επιδεικνύοντας εν αγνοία τους στενότατη συγγένεια με τους μακρινούς κατά τα άλλα προγόνους όλων μας.
Και συνεχίζουμε.
Ο Μέγας ΔΕΝ δημιούργησε κανέναν κόσμο. ΟΚ τουλάχιστον όχι απευθείας. Ως παντογνώστρια και παντοδύναμη θεότητα, ως μυστηριακή πεμπτουσία και φωτεινό ερεβώδες ΑΙΤΙΟ, ήξερε από την αρχή (αν και "αρχή" είναι κατ οικονομία όρος για μία οντότητα που δεν αντιλαμβάνεται το χρόνο γραμμικά αλλά συνολικά. Θα λέγαμε ότι ο χρόνος για το Μέγα Σουβλακέα είναι ένα επίπεδο μετά από μετατροπή σε πολικές συντεταγμένες και μετά σε σφαιρικές και μετά ξανά σε πολικές.) ήξερε από την αρχή λέγω, το "μέλλον" και το Δαρβίνο και το Διαφωτισμό και το ότι θα ξεπερνούσαμε τις χαζές δεισιδαιμονίες αιώνων και ότι θα καταλαβαίναμε επιτέλους πως η γή είναι σφαιρική (επί αιώνες ο Μέγας έδειχνε με συννεφάκια-βελάκια σε τυχαίους κάφρους τα κατάρτια που εμφανίζονται ΠΡΙΝ το κήτος του πλοίου μπας και το καταλάβουν αλλά μπα..) και τα λοιπά. Οπότε σε ένα συμβούλιο με τους τότε επιτελείς του, κάθισε και το καλοσκέφτηκε.
"Για καθίστε ρε Καρντάσια, εμείς τι θέλουμε;" βρόντηξε στο Χάος η Φωνή Του.
"Να καλοπερνάμε, να τρώμε και να πίνουμε και να ...γκουχ.. ναι" απήντησαν τα στοιχειακά πνεύματα.
"Ωραία, έχει κανείς σας όρεξη για δουλειές;"
"ΟΧΙΙΙΙΙ"
Κάτι τέτοια σχέδια έκαναν για πλάκα. Απερρίφθησαν

"Έχει κανείς όρεξη να φτιάξει όλα αυτά τα πράγματα; Οκ δηλαδή, μέσα, να κάτσω ρε παιδί μου να σχεδιάσω από την αρχή τις μπιγκόνιες και τα αρωματικά τριαντάφυλλα, να φτιάξω τις εντυπωσιακές χαίτες των λιονταριών και τους ωραίους μυς του πάνθηρα. Αλλά πείτε μου, έχει κανείς όρεξη να σχεδιάζει κωλοβακτηρίδια, σκουληκαντέρες, σκατομπάμπουρες και Δικηγόρους;"
"ΟΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ"

Οι υπεύθυνοι μπορεί να είχαν χιούμορ αλλά ευτυχώς που δεν ασχολήθηκαν με τη δημιουργία

"Μη νοιάζεστε ρε τσόλια και το χω. Και όλα θα φτιαχτούν και μεις θα περάσουμε μέγκλα"
"Τι έχεις μέγιστε Σουβλακέα;"
"Την κεντρική ιδέα την έχουμε. Σωστά,;Σωστά. Υπάρχουν ήδη οι αρχετυπικές ιδεατές μορφές των πραγμάτων. Θα τα πεί και ο Πλάτωνας αυτά σε λίγο, μην αγχώνεστε"
"Ε και;"

"Τι ε και ρε τσόλια. Τι υπουργούς σας έχω. Να σας πω, το Μπιγκ Μπανγκ το θυμάστε; Όποιος δεν το θυμάται με τον κηδεμόνα του. Ε αυτά τα υλικά έχουμε στο σύμπαν τώρα. ΟΚ; Άρα από αυτά θα φτιαχτούν τα πάντα παντού. Σωστά; Σωστά. Εμείς τι θα έπρεπε να κάνουμε και καλά; Να τα ΣΧΕΔΙΑΣΟΥΜΕ όλα από την αρχή. Πάτε καλά ρε; Ποιος ασχολείται; Εδώ είναι Σουβλαντάθ. Εδώ τις προάλλες για να παραγγείλουμε καινούριες πίττες απο τον αχρείο προμηθευτή κάναμε 16 συμβούλια για να αποφασίσουμε ότι δε μας αρέσουν οι τετράγωνες και θα ξαναπάρουμε στρογγυλές. Και θέλετε να σχεδιάσουμε όλο το σύμπαν απο την αρχή; Α σιχτίρ, ας φτιαχτεί μόνο του!Αφού το είδα εγώ. Δεν έχει ανάγκη κανένα Θεό για να πλαστεί. Το αφήνεις εκεί και γυρνάει μόνο του. Μεγάλη μαγκιά σου λέω. Αυτή η ύλη με την ενέργεια και τις σχετικότητες και τις κβαντομηχανικές και τα τέτοια -θα τα ανακαλύψουν γύρω στο 1900κάτι- κάνει θαύματα χωρίς τον θαυματοποιό λέμε..Και όταν με το καλό θα είναι όλα έτοιμα, θάλασσες, λιβάδια, βουνά, γήπεδα γκόλφ, λίμνες, ζώα,και άλλα ζώα, άνθρωποι κλπ, ΤΣΟΥΥΥΥΠ θα σκάσουμε μύτη να τους πείσουμε να μας ακολουθήσουν. Γιατί; Γιατί θα προσφέρουμε το ανταγωνιστικότερο πακέτο προσφορών χωρίς ποινές ρε. Σιγά μη σκοτιστούμε αν δε μας πιστέψει και άλλος ένας. Εμείς θα προσφέρουμε χαρά, φαϊ και αιώνια απόλαυση. Άσε τους άλλους με τις φωτιές και τα πηρούνια να βρίσκουν πελατεία απειλώντας."
Έτσι, ο Μέγας Σουβλακεύς, άφησε το σύμπαν μόνο του.


..και το Σύμπαν μια χαρά τη βόλεψε...

Για μερικούς αυτό αρχικά θεωρήθηκε κακή ιδέα και λένε οτι θα έπρεπε να είχε επέμβει. Άλλοι πιστεύουν ότι η πρώτη έκδοση απέτυχε, δεν του άρεσε, επειδή τα χοιρινά ήταν άνοστα, και το κατέστρεψε, επιτρέποντας του να ξαναφτιαχτεί. Formatάκι έκανε το παλλικάρι δηλαδή.
Η αλήθεια του και η ευτυχία του είναι πως το Σύμπαν στο οποίο κατοικεί, δεν τον έχει ανάγκη για να δουλέψει, να γεννηθεί και να πεθάνει. Τον έχει μόνο ανάγκη για να ταϊζει ορδές πεινασμένων και να κάνει τους πιστούς να χαμογελάνε.
Δωρεάν.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

Διόνυσος και απόκριες

Καθώς γνωρίζετε το έθιμο της μεταμφίεσης, συν κάποια ελαφρά χαλαρότης των ηθών, προϋπάρχει των κυρίαρχων θρησκευτικών δογματων. Κάποιοι αδαείς, επειδή αυτή η χαλαρότης όταν συνοδεύεται μετα οίνου και σουβλακίων οδηγεί σε μια άλφα σεξουαλική απελευθέρωση, η οποία καλείται και Διονυσιασμός έσπευσαν να την αποδώσουν στην λατρεία του Θεού Διόνυσου των αρχαίων ημων προγόνωνε.

Ουδεν ψευδέστερον τούτου μιας και ο
Διόνυσος είναι ένας από τους τελευταίους ενεργούς πιστούς του Μέγιστου Σουβλακέα, πριν η μήνι των βαρβάρων και η παντελής αμορφωσιά μας κάνουν να ξεχάσουμε την πραγματική αιτία και ροή του κόσμου. Όπως και τόσοι πριν και μετά από αυτόν ο Διόνυσος ήταν ένας άνθρωπος που θεοποιήθηκε λόγω της λαμπρής προσωπικότητάς του (χμμμ ...εδώ θεοποιήθηκαν άλλοι μετρίως λαμποντες, στον Διόνυσο θα κολλήσουμε;)

Τί έγινε λοιπόν; Ψάχνοντας την ιερά Σουβλίβλο βρίσκουμε, ημικατεστραμμένο είναι η αλήθεια, το εξής εκπληκτικό εδάφιο.



Τω καιρώ εκείνο επί της γης των Σουβλακιστών επικρατούσε ηρεμία και μακροημέρευσι. Όλοι ήταν αρκούντως μεθυσμένοι, χορτάτοι και ευτυχείς. Πλην όμως το διπλανό έθνος των άθλιων χορτοφαγιστών, ζηλεύοντες οι μωροί την άκρατο Σουβλακική ευτυχία, αποφάσισαν πως δεν μπορούν να έχουσι για γείτονες ένα "τσούρμο χαζοχαρούμενους μεθύστακες", όπως τους αποκαλούσαν εν τη άγνοιά τους. Και ορμούμενοι από φθόνο και μίσος αποφάσισαν να τους επιτεθούν και να κυριεύσουν την χώρα τους.


Ο Διόνυσος έχοντες φάγει περίπου ενάμισι βόδι απεφάσισε να υπάγει μια χωνευτική βόλτα, ή αλλιώς μια βόλτα με σόδα. Το άτιμο το βοδινό όμως δεν χωνευόταν και ο Διόνυσος αναγκάστηκε να μακρύνει την βόλτα του ελπίζοντας πως με το περπάτημα θα του φύγει το φούσκωμα, έτσι ώστε να είναι έτοιμος να επιστρέψει ορεξάτος γα το βραδυνό τσιμπούσι. Και περπατούσε φιλοσοφώντας, μιας και η φιλοσοφία λειτουργεί μόνο με γεμάτο στομάχι.


Περιπλανούμενος έφτασε κάποτε εις τα σύνορα της χώρας του με την απαίσια Χορτοφαγία, αλλέως Χορτοφαγιστάν ή Ηνωμένες Πολιτείες της Χορτοφαγίας.


Και είδε τον πάνοπλο χορτοφαγικό στρατό να έχει στρατοπεδεύσει επί των συνόρων και να ετοιμάζει την παραδοσιακή χορτόσουπα για γεύμα. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών και το απαράμιλλο του οπλισμού τους, ήτοι ξερά καλάμια, μυτερά αγκούρια, αγκινάρες με χειρολαβή, φέτες μάνγκο και ξερά κρομμύδια εφοβήθην για τη μοίρα του έθνους του και τρέχοντας επέστρεψε εις τον συμποσιακό χώρο. Κανείς όμως δεν τον άκουγε καθώς όλοι είχαν πέσει στην παραδοσιακή ραστώνη που ακολουθεί κάθε Σουβλακική συνεστίαση.


Γνωρίζοντας όμως την αρχαία ιστορία ο Διόνυσος ήξερε πως την προηγούμενη φορά που είχαν τολμήσει να επιτεθούν, οι Χορτοφαγίστες είχαν υποχωρήσει μπροστά στην δίκαιη οργή του Μπαΐρ του Κταρί, του εθνικού Σουβλακικού ήρωα, τον οποίο ακόμα και έτρεμαν. Μην βλέποντας λοιπόν άλλη λύση και γνωρίζοντας αφενός πως οι πιστοί θα ήταν ξεροί για αρκετές ώρες ακόμα και πως οι Χορτοφαγίστες ήταν προ των Σουβλακοθυρών αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει μόνος.


Μάζεψε όσα ζώα δεν είχαν ακόμα σφαγεί (μιας και τα φύλαγαν για το αυριανό τσιμπούσι) συν τους ημίονους που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά των εδεσμάτων σε κάρα και τα έδεσε σε παράταξη, έτσι ώστε να κρύβουν τους κοιμώμενους Σουβλακιστές.
Στην συνέχεια έντυσε τα ζώα με τομάρια άλλων ζώων και έβαλε μέσα στα τομάρια άχυρα έτσι ώστε να φαντάζουν θεόρατα. Γνωρίζοντας πως ο Μπαΐρ του Κταρί είχε πλέον λάβει μυθικές διαστάσεις στην χορτοφαγική φαντασία αποφάσισε αυτόν τον ρόλο να τον παίξει ο ίδιος. Έδεσε ξύλα κάτω από τα παπούτσια του καταφέρνοντας να αποκτήσει υπέρμετρο ύψος. Στην συνέχεια ενεδύθει και αυτός με τομάρια πολλά, καταφέρνοντας να αποκτήσει και το ανάλογο πλάτος. Παίρνοντας από μια σούβλα ανα χείρας και φορώντας επί του κρανίου μια κούφια κολοκύθα, έδειχνε τεράστιος και τρομακτικός. Σε αυτήν την θέση περίμενε τον εχθρικό στρατό, έτοιμος να θυσιαστεί υπέρ της Σουβλακοφαγίας.



Μετά από όχι πολύ ώρα τους είδε να πλησιάζουν και άρχισε να κλωτσάει τα ζώα. Η φασαρία που έκαναν οι όνοι, οι μόσχοι και οι ημίονοι ήταν τρομακτική. Ο εχθρικός στρατός κοντοστάθηκε, όταν ιδού! είδαν μπροστά τους την πάνοπλη τρομακτική φιγούρα του Μπαΐρ να έχει επιστρέψει από τον τάφο για να υπερασπιστεί τους Σουβλακιστές! Πίσω του δε είδαν κάτι θεόρατα ζώα που μουγκάνιζαν σαν δαιμονισμένα. Στην συνέχεια ο πανέξυπνος Διόνυσος άρχισε να τους υβρίζει σκαιότατα λέγοντάς τους λιποφόβους, νευρικούς, ανορεξικούς και χαχόλους, και ρωτώντας τους αν υπάρχει κανένας εν ζωή απόγονος του Ναόμη του Καμπέλιου για να σουβλίσει πρώτον. Ενθυμούμενοι τον δικό τους ήρωα και το τέλος που είχε στα χέρια του Μπαΐρ του ένδοξου οι χορτοφαγίστες δείλιασαν και τράπηκαν σε φυγή.


Ο Διόνυσος, μασκαρεμένος σε Μπαΐρ έμεινε μόνος εις το πεδίο της σχεδόν μάχης και άρχισε να βγάζει την στολή του. Γυρίζοντας είδε τους Σουβλακιστές εγερμένους μιας και τους είχαν ξυπνήσει οι μουγκανισμοί και είχαν τρομάξει πιστεύοντες πως κάποιος τους κλέβει το φαγητό. Ιδώντες όμως τον εχθρικό στρατό να φεύγει κατάλαβαν τί έγινε και ύμνησαν την εξυπνάδα, την γενναιότητα, την ευστροφία και κυρίως την διακριτικότητα του Διόνυσου ο οποίος και απέφυγε να τους χαλάσει την σιέστα, τουλάχιστον όσο μπορούσε.


Από τότε ο Διόνυσος δοξάζεται από τους Σουβλακιστές οι οποίοι και κάποιες ημέρες τον χρόνο μασκαρεύονται προς τιμήν του και υβρίζονται μεταξύ τους, εις ανάμνησιν του ένδοξου αυτού γεγονότος. Οι δε τυχούσες σεξουαλικές παρεκλίσεις που παρατηρούνται είναι κάτι το σύνηθες εις τας Σουβλακικάς εορτάς.Λέγεται δε πως η πρώτη κουβέντα που είπε ο Διόνυσος όταν έβγαλε την κολοκύθα ήταν "Πεινάω" μιας και όλη αυτή η ταλαιπωρία και το τρέξιμο τον είχαν κάνει να χωνέψει!

Update: Επειδή ξέρω πως το φως του Σουβλακέα έχει πλέον σχεδόν εκλείψει από τούτο τον ρημαδοπλανήτη σας τα κάνω λιανά: Στο εδάφιο εμφανίζονται οι απαρχές της τραγωδίας-κωμωδίας (δέστε τους πρωτόγονους κοθόρνους που έφτιαξε ο Διόνυσος), των καρναβαλιών γενικά και του εθίμου του Halloween. Επίσης εξηγείται και η πατροπαράδοτη τάση για βωμολοχία από τους μασκαρεμένους. Επίσης το μαρκάρεμα ζώων για να εμφανιστούν ως στρατός έχει ξαναγίνει στην ιστορία.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2008

Σουβλίβλος- Ο γάμος της Κανά

Το πρώτο θαύμα του Σουβλακέα Τζέι Αρ στο γάμο της Kανά

1. Tω καιρώ εκείνω γινόταν ο γάμος της Kανά στα Καλύβια, όπου βρισκόταν και η μήτηρ του Σουβλακέως Τζέι Αρ. Που να μη βρισκόταν δηλαδή γιατί του είχε προκαλέσει οίδημα εις το ήπαρ : «πότε θα παντρευτείς βρε αχαΐρευτε, ακαμάτη, τεμπελχανά που όλο παρέα με κοπρίτες κάνεις;», «ποιοι είναι αυτοί οι αξύριστοι, οι μαλλιάδες που γυρνοβολάτε όλη μέρα και κοιμάστε όπου βρίσκετε και μας συζητάει κι η γειτονιά;», «την είδες βρε την Κανά τον τύλιξε το γαμπρό», «πότε θα βρεις και συ μια κοπέλα να νοικοκυρευτείς να δω κι εγώ ένα εγγονάκι;».

Τα γνωστά δηλαδή…

2. Kαλεσμένοι εις το γάμο ήταν επίσης κι ο Σουβλακέας Τζέι Αρ και οι μαθητές του που ως επί το πλείστον ήτο Ψήστες, Σουβλατζήδες, Κρεοπώλες και Κτηνοτρόφοι τω επάγγελμα καθώς και πλείστα μέλη της καλής κοινωνίας των κρεατοφάγων με γερά στομάχια και άπειρη όρεξη. Αρχική μόνο αναστάτωσις υπήρξε γιατί εδημιουργήθηκε μέγα ζήτημα με την αοιδό Έφη Θώδη που δεν αποδέχτηκε την πρόσκλησην ίνα τραγουδήσει άνευ αμοιβής προς τιμήν του Σουβλακέως. Δε πειράζει, η Δευτέρα Παρουσία είναι κοντά, ο καιρός γαρ εγγύς και θα κριθεί κι αυτή όπως όλοι μας και θα καεί στο σχαρ το εξώτερον και θα τοποθετηθεί κι αυτή εκεί που της αξίζει μαζί με το Εθνικό μας Σταρ να μαλλιοτραβιούνται νυχθημερόν.



Στιγμιότυπο από το γάμο της Κανά 1
Που είναι ο γαμβρός οεο;

3. Στο θέμα μας. Μέγα γλέντι εγινόταν, τα όργανα κελαηδούσαν, τα κρέατα τσιτσιρίζαν επί των σχαρών και δε προλάβαιναν καν να ξεροψηθούν λόγω της λαιμαργίας των καλεσμένων εκ των οποίων πολλοί ήσαν λιμασμένοι, οι ζύθοι δε επήγαιναν άνωθεν και κάτωθεν με υπερηχητική ταχύτητα χωρίς να προλάβουσιν κάν να παγώσουσιν.

4. Γεγονός εστί ότι η ποιότητα δε είχε πρωταγωνιστικό ρόλο και ό, τι σερβίτσιο υπήρχε είχε θραυτεί επί της πιστός όπου οι μουσικοί έπαιζον γαμοτράγουδα και οι καλεσμένοι επιδίδοντο εις χορούς ονομαζόμενοι «Χοροί της κοιλιάς» αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ήσαν «Χοροί της πατσοκοιλιάς» καθότι πλείστοι καλεσμένοι ήσαν καλοφαγάδες θερμοί ακόλουθοι της πίστης του Μέγα Σουβλακέα και συνεπώς ευτραφείς.

5. Ταύτα γεγονότα είχαν εξοργίσει τα μέγιστα το Σουβλακέα Τζέι Αρ διότι ένοιωθε πως εβρισκόταν εις πανήγυρη του Δεκαπενταύγουστου εις χωρίον της Ελληνικής επαρχίας που παρόλο που τότε δεν υπήρχαν (τα χωρία) είχαν απλώσει την απειλητική τους φήμη πολύ πριν τη δημιουργία τους.

6. Το τραγούδι στο οποίο εδώθηκε το έναυσμα για χορόν και ο ίδιος ο Σουβλακεύς Τζέι Αρ ενέδωσε, έριξε μία γυροβολιά ωσάν στριβιλιζόμενος δερβίσης, εν μέσω ρίψης πανερίων ανθών ευδοκιμόντα εις νεκροταφεία, επαινετικών αλαλαγμών και κολακευτικών σχολίων ήτοι : «γειά σου ρε Σουβλακέα Τζέι Αρ παίχτουρα», «γειά σου Σουβλακέα Τζέι Αρ με το μπουζούκι μου», «να καούν τα κάρβουνα» κλπ, ήτο το «Στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα ένας κόκορα» για ευνόητους λόγους. Το οποίο άσμα μετετράπει δια σκωπτικούς και λατρευτικούς λόγους και μες το κέφι της βραδιάς εις το εύηχον άσμα σε ήχο πλάγιο δεύτερο «Στου παιδιού μου τη χαρά έσφαξα ένα στάβλο αρνιά».

7. Η κομπανία έπαιζε, τα Χερουβείμ και ο Σεραφείμ (όχι ο Φυντανίδης) έψαλλαν και οι υπόλοιποι τσίκνιζαν τα κρέατα τα οποία εν συνεχεία έφερον εις σούβλας εις την πίσταν για την ιεροτελεστίαν της βρώσεως. Εκεί το κέφι έφτασε εις το αποκορύφωμα παρόλο που η Έφη Θώδη είχε απορρίψει την πρόταση να τραγουδήσει εις το γλέντι. Ποιος χέστηκε δηλαδή τέτοια ώρα που όλοι είχαν καταληφθεί από τη Νιρβάνα της ψυχικής ανατάσεως;


Στιγμιότυπο από το γάμο της Κανά 2
Εεεεεεερεεε γλέντιααααα.



8. Το γλέντι είχε ανάψει και μές την τρέλα της βραδιάς και την υπέρτατη μέθεξη της αλκοολικής ζύμωσης και της στροβιλιζόμενης τσίκνας των ιερών οπτών σαρκών κανείς δεν επρόσεξε ότι η μβύρα ετελείωνε.

9. Kι επειδή η μπύρα τέλειωνε, λέγει στον Σουβλακέα Τζέι Αρ η μητέρα του: «Ουκ έχουσιν ζύθον».

10. Tης λέγει ο Σουβλακέας Τζέι Αρ: «Δε μας χέζεις ρε μάνα; Ας πρόσεχαν οι σαβούρηδες που έχουν κατεβάσει τον άμπακο. Τι έχουμε να κάνουμε μ’ αυτό εγώ κι εσύ; Άσε με να χορέψω». Και δωσ’ του ο Σουβλακεύς Τζέι Αρ τσαλίμια και ζεϊμπεκιές επί της πιστός.

Στιγμιότυπο από το γάμο της Κανά 3

Η μαϊμού έχει αφαιρεθεί με Photoshop για αισθητικούς λόγους




11. Λέγει τότε η μητέρα του: «Σταμάτα βρε γιατί θα μας ακούσουν και θα μας πετάξουν έξω με τις κλωτσιές. Δεν έχουμε πληρώσει και εισιτήριο. Έλα αγόρι μου εσύ, αφού ξέρουν ότι έχεις ταλέντο στα μαγικά κόλπα. Κάντους κάτι καλό να ξεχαστούν. Να, κάνε αυτό με τον λαγόν και το καπέλο που τον βάζεις ζωντανό και τον βγάζεις ψημένο. Ή το άλλο με τον χοίρον που τον τοποθετείς εις το κιβώτιον και περνάς τις σούβλες μέσα και αυτός εξέρχεται εις πανσέτας».

12. Ο Σουβλακεύς Τζέι Αρ επείσθη και χαμογέλασε πονηρά γι’ αυτό που είχε στο μυαλό του και ετοίμαζε εις την ομήγυρη. Η μήτηρ αυτού απευθυνόμενοι εις τους υπηρέτας είπε : « Ό,τι σας πει κάντε το». «Τι λες κυρά μου;» απήντησαν. «Έχουμε πιεί τον κώλο μας δε μπορούμε να πάρουμε τα πόδια μας». Και ο καλοκάγαθος Σουβλακεύς Τζέι Αρ είπε «μήτηρ, αφες αυτοίς ου γαρίδες και σουβλάκια ποιούσι». «Θα το πιώ μόνος μου το ποτήριον τούτο». Και οι καλεσμένοι εξεγείροντο : «εεεεε δώσε και σε μας μπάρμπα», «μη το πιείς και φας μόνος σου ό, τι απέμεινε μοναχοφαγά» και λοιπά φαιδρά.

13. Στο μεταξύ, υπήρχαν εκεί έξι πέτρινες στάμνες νερού, τοποθετημένες για τον καθαρισμό των ξερατών των βρωμιαραίων των καλεσμένων που τα έβγαζαν όπου έβρισκαν, σύμφωνα με τη συνήθειά τους, που χωρούσαν ογδόντα με εκατόν είκοσι λίτρα η καθεμιά τους.

14. Tους λέγει, λοιπόν, ο Σουβλακεύς Τζέι Αρ: «Γεμίστε τα δοχεία με νερό». Kαι τα γέμισαν μέχρι επάνω.

15. Kατόπιν τους λέγει: «Αντλήστε τώρα και φέρτε στον υπεύθυνο του συμποσίου, που είναι μπεκροκανάτας περιοπής». Kι εκείνοι του έφεραν.

16. Mόλις, λοιπόν, γεύτηκε ο υπεύθυνος του συμποσίου το νερό που είχε γίνει ζύθος, και μη ξέροντας από πού προερχόταν - αφού μόνο οι υπηρέτες το ήξεραν, που είχαν αντλήσει το νερό - φωνάζει τω γαμπρώ : «Δις έιντ τζιμ μπιμ. Ρε γύφτο η μπύρα είναι ωσαν κάτουρο».

17. Και ο γαμπρός γνωστός φλώρος και τσιφούτης εις την πιάτσαν που μας πήρε την Κανά ο άτιμος, (αααχχχ τα καλύτερα παιδιά χάνονται) απήντησε αυτώ «όχι εγώ αυτός» δείχνοντας προς το Σουβλακέα Τζέι Αρ. Το γεγονός αυτό ήτο μέγαλη προσβολή και ασέβεια, πράγμα το οποίο καταγράφει στα ιερά βιβλία και αυτός θα το πληρώσει κατά τη Δευτέρα Παρουσία που είναι κοντά, ο καιρός γαρ εγγύς και θα κριθεί κι αυτός όπως όλοι μας και θα καεί στο σχαρ το εξώτερον και θα τοποθετηθεί κι αυτός εκεί που του αξίζει να ακούει Θώδη νυχθημερόν.

18. Και ο Σουβλακεύς Τζέι Αρ εφύσηξε τις στάμνες και εκείνες απέκτησαν την ιδανικήν θερμοκρασίαν. Και λέγει αυτοίς «γιαααα ρουφήξτε τώρα μια τζούρα»

19. Και ερούφηξον και κατόπιν όλοι λέγουσι: «Γιάααα ντας ιστ γκουτ! Κάθε άνθρωπος προσφέρει πρώτα την καλήν μβύραν, κι όταν μεθύσουσιν, τότε φέρνει την κατώτερη. Εσύ όμως φύλαξες την καλήν μβύραν ως τώρα! Μπράβο ρε μαγκίτη!»

20. M’ αυτό άρχισε τα θαύματά του ο Σουβλακέας Τζέι Αρ στα Καλύβια τα Βλάχικα και τη Λειβαδιά και φανέρωσε τη δόξα του και πίστεψαν σ’ αυτόν οι μαθητές του.

21. Ύστερα απ’ αυτό έβαλον ό,τι κρέατα είχαν περισσέψει στα Τάπερ-να ’ούμ τα φορτώθηκαν και κατέβηκαν στην Kαπερ- να ’ούμ ο ίδιος, η μητέρα του, τ’ αδέλφια του και οι μαθητές του να ’ούμ, κι έμειναν εκεί λίγες μέρες.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2008

Σουβλίβλος - Μπαϊρ του Κταρί Α'

  1. Τω καιρώ εκείνο χαμός γινόταν επί της περιοχής των σουβλακιστών διότι οι απαίσιοι επάρατοι χορτοφαγίστες έκαμνον ντου εναντίον τους και τους είχαν κατασχέσει τα μοσχάρια και τα χοιρινά και τα αμνοερίφια.
  2. Και πείναγον οι πιστοί του σουβλακέα, κλαίγοντες και καταριόμενοι τους χορτοφαγίστες που τους είχαν ωθήσει σε αναγκαστική δίαιτα.
  3. Και βγήκε ο απεσταλμένος του Σουβλακέα Μπαϊρ του Κταρί και έπεισεν τους σουβλακιστές να κάμνουσι ντου επί των απίστων και να λάβωσι πίσω τα αμνοερίφια, μοσχάρια και λοιπά πρίν μαυρίσει το μάτι τους από την πείνα.
  4. Μα ως φιλειρηνική ράτσα που είναι οι πιστοί του Σουβλακέως όπλα δεν είχον οι σουβλακιστές. Και ανέφερον αυτό εις τον Μπαϊρ του Κταρί.
  5. Και αυτός γέλασε δυνατά και τους είπεν τι στο καλό τις έχουμε τις σούβλες; Και μετά της νέας αποκάλυψης της πολυχρηστικότητας των δώρων του Σουβλακέα, οι σουβλακιστές πειθόμενοι για την θεία δύναμη που είχαν εγέρθηκαν και οπλίστηκαν με σούβλες, ψησταριές, καλαμάκια και λοιπά. Μερικοί έφεραν τους τελετουργικους μπαλτάδες με τους οποίους έσφαζον τα ζώα προς βρώσιν.
  6. Και επιτέθησαν επί των πάνοπλων και πολυάριθμων χορτοφαγιστών που ήταν οπλισμένοι με καρότα, χημικάς βόμβας pepper spray, αγγούρια, αγκινάρες άγριες και άλλα ζαρζαβατικά. Παρ' όλη την φανερή υπεροπλία του αντιπάλου οι σουβλακιστές δεν υποχώρησαν, μόνο αμύνονταν γενναία μέχρι που ο Μπαϊρ του Κταρί εσούβλισεν ζωντανό τον αρχηγό των χορτοφαγιστών, Ναομής ο Καμπέλιος ελέγοντο, και βλέπωντες τούτο οι σουβλακιστές αναθάρρησαν και έστρωσαν τους χορτοφαγιστές στο κυνήγι.
  7. Και το πράγμα πήγαινε καλά και οι ιεροί μόσχοι ήταν κοντά στους μαχόμενους σουβλακιστές οι οποίοι έβλεπαν τον μεζέ πλέον μπροστά τους.
  8. Όταν η μάχη εβρίσκοντο εις αποφασιστική καμπή άρχισε όμως να νυχτώνει και ακόμα ο σκοπός δεν είχε επιτευχθεί.
  9. Και ορθώνει ο Μπαϊρ του Κταρί του ανάστημα του και κράζει προς τον ουρανό. Στήθι Ήλιε. Και μια φωνή ακούγεται εις τα πέρατα του πεδίου της μάχης.
  10. Και είπεν η φωνή: Μην ακούω μαλακίες
  11. Και τρομάξαντες οι χορτοφαγίστες ακούωντες την φωνή του Σουβλακέα και αναχώρησαν και ο λαός του Σουβλακέα πήρε πίσω τα σφαχτάρια τα οποία και τίμησε δόντως κατόπιν.
  12. Και ταυτόχρονα έμαθε και κοσμολογία όχι σαν μερικούς μερικούς.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

Σουβλίβλος, Κατακλυσμός



(.... χαμένα αποσπάσματα της Σουβλίβλου, κατακαυθέντα ύπο την μήνιν των απίστων βαρβάρων. Δεν κατέχομεν λεπτομέρειες χρονολόγησης του συμβάντος ή της καταγραφής αυτού. Αι έρευναι συνεχίζονται)


Τω καιρώ εκείνο ο Σουβλακεύς ο Μέγας έτρωγε τον άμπακο και παρατηρούσε ήρεμος τα της γης. Και την γη παρατηρούσε ήρεμος ο Μέγας Σουβλακέας τρώγοντας τον άμπακο.

Εχοντας ξεκοκκαλίσει εν γουρονόπουλον και 2 κοντοσούβλια γύρευε κατιτίς χωνευτικό δια την πέψιν. Και για την πέψιν κάτι χωνευτικό γύρευε μιας και είχε φάει ίσαμε μια μαούνα.

Και ψάχνοντας εν τω κελάρι βρήκε βέλτιστον τσίπουρον, κρητικόν και ρακή καλούμενον. Και ρακη βέλτιστη βρήκε ψαχνοντας εις στο κελάρι.

Και ήπιε ίσαμε ένα υπερωκεάνειο ρακή και ερεύθει σφόδρα. Και σφόδρα ερεύθει έχοντας πιει ίσαμε ένα υπερωκεάνειο ρακή.

Και ένιωσε καούρες. Και καούρες ένιωσε.

Και είπεν ο Μέγιστος: "Ρε συ φέρε καμιά μπυρα να σβήσω την καούρα. Και κανένα φυστίκι. Άντε μην σας πάρει και σας σηκώσει". Και μπύρα μετά φυστικίων εζήτησε από το προσωπικό της ουρανίας σουβλοικίας.

Έχοντας πιει ικανή ποσότητα μπυρακίων ερεύθει και έπεσε ξερός για ύπνο, αμέσως αφού γέμισε το ποτήρι του για τελευταία φορά. Και γέμισε το ποτήρι του για τελευταία φορά και έπεσε για ύπνο, αφού πρώτα ερεύθει έχοντας πιει κανα δυο τελάρα μπυρίτσες.

Φεύ!

Φεύ.

Ονειρεύαμενος πιτσιρίκας στρουμπουλάς και σφιχτοκώλας εκινήθη εντός του ονείρου να τις πιάσει. Και εκινήθη να πιάσει τας ονειρικάς του οπτασίας οίτινες τον σαγήνευον εν τω ύπνω.

Και έγινε μαλακία και έχυσε το ποτήρι με την μπύρα. Και το ποτήρι με την μπύρα εχύθη και, α στο διάολο, καταλάβατε.

Και πίπτουσα η μπύρα από τη θεία τράπεζα έπεσε εις την γην. Και εις την γην έπεσε η μπύρα αφότου έκανε πουτάνα το θεϊκό τραπέζι.

Τρομοκρατημένοι οι κάτοικοι της γης δεν ήξευρον τι να σκεπτώσι μιας και η ποσότης που έπεσε έφτανε να πνίξει τον πλανήτη. Και τον πλανήτη ημπορούσε να πνίξει η πίπτωσα μπύρα και οι κάτοικοι, και τα λοιπά και τα λοιπά.

Και εγένετο κατακλυσμός μέγας. Και μέγας κατακλυσμός εγένετο.

Και οι άνθρωποι πνιγόντουσαν σαν τα ποντίκια. Και σαν τα ποντίκια οι άνθρωποι πνιγόσαντε.

Και πλήρης θεϊκής ακοής παρ' όλο το μεθύσι του, ο Σουβλακεύς τους άκουσε ευθύς. Και ευθύς ο Σουβλακές άκουσε τις κραυγές των δημιουργημάτων του γιατί μεθυσμένος μπορεί να ήταν αλλά όχι κουφός.

Και ξύπνησε.

Μόνο που είχε πονοκέφαλο και πήγε για έναν καφέ. Και για καφέ πήγε μιας και το κεφάλι του πόναγε σφόδρα.

Γυρίζοντας είδε την γη υγρή και βρεγμένη. Και είδε ο μέγιστος την γην να είναι τίγκα στην μπύρα.

Και απελπισμένος φώναξε. Και φώναξε απελπισμένος

"Ρε τι μαλακία έκανα!"

Μην γνωρίζοντας τι άλλο να κάμνει πήρε ένα καλαμάκι. Και εν καλαμάκι έλαβε, μην γνωρίζοντας τι δεον κάλλιον πράττειν.

Και βιαστικά ρούφηξε μια γερή τζούρα από την χυμένη μπυρα. Και από την χυμένη μπύρα μια γερή τζούρα ρούφηξε βιαστικά.

Και εγένετο θαύμα και τα ύδατα υποχώρησαν. Και τα ύδατα υποχώρησαν και έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου να λέω τα ίδια και τα ίδια.

Και βλέποντας πως δεν καταστράφηκαν όλοι οι άνθρωποι αλλά μερικοί τυχεροί επέζησαν, τους ευλόγησε. Και ευλόγησε τους λίγους τυχερούς επιζήσαντες.

Και έκανε την μπύρα που είχε μείνει νερό. Και εις ύδωρ μετέτρεψε την εναπομένουσα μβύραν.

Και έπεσε για ύπνο. Και για ύπνο έπεσε.

Οι άνθρωποι μην γνωρίζοντας τι έγινε προσπαθούσαν να κατανοήσουν το συμβάν. Και το συμβάν ήτο ακατανόητο από τους ανθρώπους.

Τότε κάποιος μπαγλαμάς είπε πως τους τιμώρησε ο Θεός για τις αμαρτίες τους. Για τις αμαρτίες τους ισχυρίστηκε κάποιος μπαγλαμάς πως τιμωρήθηκαν.

Και οι άνθρωποι τον πίστεψαν. Και τον πίστεψαν οι άνθρωποι.

Και αυτό δεν ήταν κακό. Ήταν μαλακία.

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

Η Σουβλίβλος, Γέννεσις ΙΙ


Αρχαίο αντίτυπο της Σουβλίβλου, διασωθέν εκ βαρβαρικών χειρών


Γέννεσις Κεφ.2

(.... χαμένα αποσπάσματα της Σουβλίβλου, κατακαυθέντα ύπο την μήνιν των απίστων βαρβάρων. Λόγιοι υποθέτουσι πως στα αποσπάσματα ούτα, περιγράφεται η δημιουργία των Σουβλοπλάστων, του Σουβλάμ και της Γυρεύας, των γεννητόρων των ανθρώπων..)

Και την Τέταρτη ημέρα της Δημιουργίας ο Σουβλακεύς εδημιούργησε την Σουβλαντάθ, έναν παράδεισο επί σύμπαντος, όπου τα σουβλάκια δεν είχαν χοληστερίνη, το αλκοόλ δε μεθούσε και έρεε ελεύθερο, και αι γυναίκες διέθετον διπλό διαφορικόν και ετραβούσαν στην ανηφόρα. Εκεί, οι Σουβλόπλαστοι θα ημπόρουν να εχαζολογούν ολημερίς, να ελάμβανον μέρος εις πλείστα τσιμπούσια, και να επιδίδοντο εις γεννετήσιας πράξεις χωρίς αιδώ, αλλά όχι εδώ, λίγο πιο πέρα.

Και την Πέμπτη ημέρα της Δημιουργίας ο Σουβλακεύς απεφάσισε να αναπαυθεί, διότι ερχόταν Παρασκευοσαββατοκύριακον και επιθυμούσε σφόδρα όπως συμφάγει και συμπιεί μετά των κολλητών του.

Και ανέκραξε εις τον Κόσμο

«Σήμερον εστί ημέρα Πέμπτη, ημέρα ιερά. Τουτέστην θα συμμαζευτώμεν όλοι εντός του μεγάλου κεντρικού Σουβλατζίδικου της Σουβλαντάθ και θα ψήσωμεν μέχρι τελικής πτώσεως πλείστα κρεατικά, μέχρις η ιερή τσίκνα να πνίξει τους ουρανούς και τους πλανήτας. Απο τούδε και εφεξής η Πέμπτη θα είναι μέρα αργίας και θα ονομάζεται Τσικνοπέμπτη, καθότι κάθε Πέμπτη θα ψήνομεν τα κέρατά μας τα δίφορα.»

Και όλοι ήτο ευχαριστημένοι και υπερβολικώς χορτασμένοι. Και αυτό ήτο καλό.

Το Παρασκευοσαββατοκύριακο επειδή ο Σουβλακεύς ήτο κουρασμένος από το τσιμπούσι της Πέμπτης, εσκέφθη να οργανώσει και άλλα τσιμπούσια. Και αυτό ήτο καλύτερον.
Όμως όπως εις όλας τας περιπτώσεις, η χαζομάρα του ανθρώπου εκέρδισε εις το τέλος και του εκόστισε πικρά και πολύ.

Ο Σουβλάμ και η Γυρεύα καλώς επέρναγαν εις την Σουβλαντάθ και ειδικότερα ο Σουβλάμ που ετσάκιζε τόνους κρεατικών μετά μουστάρδας και πάπρικας και γιαουρτοσκορδίου και έπινε ως νεροχύτης. Στα διαλείμματα εβάτευε ποικιλοτρόπως την Γυρεύα, εξηγώντας της τι εστί σουβλίκοκο. Η Σουβλαντάθ αντηχούσε από τας πρωτόγονας ερωτικάς κραυγάς όπως «έλα μανίτσα να δεις τι σούβλα έχω γω», «Κεμπαπάκι Κεμπαπάκι τι ωραίο εκωλαράκι», «Αγόραρε θα καούν τα κάρβουνα, θα ανάψουνε οι θράκες», «Σκύψε σουβλισμένη» και τα ελοιπά και τα ελοιπά.

Όμως πνεύμα κακό, πνεύμα μιαρό, πνεύμα αμαρτωλό επαρακολούθην την ευτυχίαν και την άμετρον ευωχίαν των Σουβλοπλάστων. Κρυμμένη εις τας σκιάς των δένδρων, η Μεγάλη Εξαντλοδίαιτα επαραμόνευε και δολοπλοκούσε.

Ώσπου μέρα τινά, μεταμορφωμένη εις ανορεξικόν μονδέλον, και με τις κοκκάλες τις να προεξέχουσι εκ των λαγόνων της επλησίασε την Γυρεύα.

«Καλημέρα Γυρεύα», είπον η Εξαντλοδίαιτα

«Καλημέρα άρρωστο κοριτσάκι», απήντησε η Γυρεύα
«Άρρωστη; Moi; Τι λες καλή μου; Εγώ είμαι υγιέστατη, μέσα στη μόδα, μπορώ να φορέσω φορεματάκια γκέι μόδιστρων και δεν έχω κυταρίττιδα. Ενώ εσύ...»

«Εγώ ΤΙ;»

«Ε έχεις αρχίσει και σπας. Κοίτα λίγο τα μπουτάκια σου, κοίτα λίγο την όψην φλοιού πορτοκαλιού που αχνοφαίνεται εις τους γλουτούς σου»

Η Γυρεύα ετρομοκρατήθην. Ήξευρε ότι διαθέτει κορμάρα, αλλά η έμφυτη ανασφάλειά της επανηστάτησε με τη βοήθεια της Εξαντλοδίαιτας.

«Δεν έχω κυταρίττιδα και ο Σουβλάμ μου γουστάρει τα τρυφερά μου τα καπούλια» εψέλισσε αλλά άνευ σιγουριάς

«Τώρα τα λατρεύει. ΑΛΛΑ με τόσα μεζεδάκια που κυκλοφορούν στη Σουβλαντάθ, κανείς δε γνωρίζει πότε θα παρατήσει τα δικά σου τα καπούλια δια τα καπούλια κάποιας νεότερης και ομορφότερης Δαμάλας.»

Αυτό ήτο το τελειωτικό χτύπημα. Η Γυρεύα ετρομοκρατήθην.

«Και τι πρέπει να κάνω;» ερώτησε μυξοκλαίγοντας

«ΔΙΑΙΤΑ» ήτο η αφοπλιστική και με ένα τόνο θριάμβου απάντηση.

«Και πως γίνεται αυτό;»

«Ορίστε φάε αυτό, είναι μια ρυζογκοφρέτα. Θα τρώς μονο τέτοια, μαρούλια,βρύα και λειχήνες και θα πίνεις πολύ νερό. Και ο Σουβλάμ ποτέ δε θα κοιτάξει άλλη»

Και τότε η Γυρεύα έκανε το μοιραίο λάθος. Δάγκωσε τη ρυζογκοφρέτα

«Μα αυτό δεν έχει γεύση»

«ΝΑΙ αλλά δεν έχει και κυταρίττιδα!»

«Ε...Ε..εντάξει εντάξει...»

Οι δρόμοι τους εχώρισαν και η Γυρεύα πήγε να βρει τον Σουβλάμ, που κάπου εκεί θα ετελείωνε το μεσημεριανό του και θα ήθελε καναν πήδουλο πριν ξεραθεί ίνα φουσκώσει ασκιά ονειρευόμενος πήδουλους και σουβλάκια.

Όμως, φεύ! Αλί και τρισαλί, ο παντογνώστης Σουβλακεύς επαρακολούθη και εξεμαίνετο!

Ο ουρανός εσκοτείνιασε, τα φύλλα από τις μπανανιές κοκκίνισαν, τα χοιρομέρια εσάπισαν και οι θράκες έσβησαν. Μέχρι και αι μπύραι ζεστάθησαν και ο αγνός αφρός τους εχάθη.

Και φωνή μεγάλη αντήχησε εις την Σουβλαντάθ

«Σουβλάααααααααααμ. Τι ποιείς αχάριστο όν;»

«Χωνεύω τρισμέγιστε»

«Ελάτε και οι δύο αμέσως εδώ! ΤΩΡΑ»

Ο Σουβλάμ δεν ετρομοκρατήθη, δεν ήξευρε. Εσκούπισε λίγο γιαουρτοσκόρδιον από το σαγόνι του και εξεκινησε δια την αίθουσα του θρόνου.

Μετά από λίγο έφτασε, σχεδόν ταυτόχρονα με τη Γυρεύα.

Και ο Μέγας Σουβλακεύς εβροντοφώναξε :

«Σας έδωσα τα πάντα. Σας ηγκάλιασα και σας ηγάπησα. Σας εφέρθην ως στοργικός πατέρας και εσείς με επροδώσατε με το χειρότερο τρόπο!»

Ο Σουβλάμ έμεινε άναυδος, δεν ήξευρε περί τίνος επρόκειτο.

Όμως η Γυρεύα έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένη.

«Τα σουβλάκια δεν είχον χοληστερίνη. Η Κυταρίττιδα δεν υπήρξε ούτε ως ιδέα στα προσχέδια του κόσμου. Και ΕΣΥ Γυρεύα, τρώς ρυζογκοφρέτες;;;;;»

Σείστηκαν οι ουρανοί και άρχισε να βρέχει. Και η βροχή ήτο πικρή και άνοστη, ως φυτικόν τσάι.

Ο Σουβλάμ ανέκραξε εν μέσω λυγμών «Μωρή σαλούφα, μωρή τρώγλη, μωρη μουρλοκακομοίρα τι πήγες και έκανες;»

«Η Εξαντλοδίαιτα με έπεισε να κάνω δίαιτα γιατί μου είπε οτι αλλιώς θα γουστάρεις άλλα γκομενάκιαααααααααα» απήντησε κλαίγοντας η Γυρεύα.

«ΠΟΙΑ ΡΕ; Αυτη η σκελετωμένη πατσαβούρα που βόσκει λαχανικά και τέτοια; ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΜΩΡΗ ΒΛΑΜΜΕΝΗ; Θα λάβουμε τον πούλον τώρα δια τας μαλακίας σου»

«Δίκιο έχεις Σουβλάμ, ρυζογκοφρέτα εβρώσατε, τον πούλο θα λάβετε. Οξω από την Σουβλαντάθ. Οι πύλες της κλειστές εισί δια εσάς και τους απογόνους σας απο τούδε. Και θα μείνει στην Ιστορία ως η Άγνωστη Σουβλαντάθ και θα την εψάχνουσι απεγνωσμένα γεννεαί και γεννεαί των παίδων σας. Και τα σουβλάκια θα έχουν λίπη και χοληστερίνη, και οι μπύρες θα παχαίνουσι και θα προκαλούν δυσπεψία και κλανίδιον. Και το τζατζίκι σας θα είναι πικρό και με λίγο σκόρδο. Όσο για σένα Γυρεύα, οι κόρες σου θα πάσχουσι απο κυταρίττιδα άμα τρων κρέατα, και οι κώλοι τους θα μεγαλώνουν και θα διπλαρώνουν τα σαγώνια τους. Και θα είναι καταδικασμένες να κάνουσι συνεχώς δίαιτα, αφού αυτό επιθυμείς δια αυτάς. Και θα τη σταματούν μόνο όταν υπανδρευθώσι, οπότε και θα έχουν δέσει τον μαλάκα των και τότε θα γίνονται ως γουρούνια όπως αυτά που σφάζουμε εδώ δια τα σουβλάκια μας. Και οι γιοί σου θα βγάλουν τρίχες στα αυτιά και στο πρόσωπο, οι μπύρες θα συσσωρεύονται εις τας κοιλιάς των, και ο ιδρώτας τους θα μυρίζει σκόρδο και πάπρικα. Και θα ανησυχώσι εάν ικανοποιούν τας κορασίδας εις το σεξιον, και αυτές θα είναι ανικανοποίητες εκτός αν ηγοράζουν μηχανήματα που λειτουργούσι μετά μπαταριών. Και λίγοι μόνο θα σας ανέχονται και θα σας κάνουν έρωτα όλο τρέλλα. Και οι κόρες σου θα ηναγκάζονται να ηπανδρεύονδαι πλούσιους και ανάξιους γαμβρούς ίνα γεμίσουν το κενό εις τας κοιλιάς τους και εις τας ψυχάς τους, με Μανόλο Μπλάνικ και Λουί Βιττόν.

Τον πούλο ελάβατε, μαρς και όξω απο δω ζαγάρια»

Και οι Σουβλόπλαστοι απεπέμφθησαν εκ της Άγνωστης πλέον Σουβλαντάθ και εκατέβησαν εις την γην.

Και ο Σουβλάμ εκατέβαζε σε όλο το δρόμο καντήλια εις την Γυρεύα, και δεν υπήρχε ούτε μια καντινα της προκοπής στη διαδρομή, ούτε ένα καλοψημένο σουβλάκι, ούτε μια παγωμένη μπύρα.

Και ο Μέγας Σουβλακέας έκατσε εις τον θρόνον του, άνοιξε μια παγωμένη μπύρα, ήπιε και εδάκρυσε.

Και αυτό ήτο κακό.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2008

Η Σουβλίβλος, Κεφάλαιο 1, Γέννεσις

Εν αρχή ειν’ η τσίκνα και η τσίκνα είναι η αρχή και ο Σουβλακεύς ο Τσικνιστής. Και εκ της ερεβώδους ασυγκρότητης τσίκνας εξεπήδησε αλαλάζων και σουβλακοφέρων ο Σουβλακεύς διασκορπίζοντας τας ευωδίας ανα το σύμπαν και φέροντας ξεροψημένα σουβλάκια ίνα χορταθήσονται οι μέλλοντες λιμοκτονουντες.

Και είπε ο Σουβλακεύς «γεννηθήτω φως», και εγένετο φώς και πάλι τίποτα δεν υπήρχε απλά μπορούσες να δείς καλύτερα.

Και είπε ο Σουβλακεύς «γεννηθήτω χοίροι για σουβλάκια, και κοτόπουλα και μοσχάρια για γύρο , και αρνιά για παϊδάκια και κεμπάπ», και εγένοντο αμέσως μεζεδάκια τετράποδα, και άνευ σοβαρού εγκεφάλου ίνα μη γνωρίζουσι ότι μοίρα τους εστί η σχάρα η καυτή.
Και είπε ο Σουβλακεύς, «γεννηθήτω ψησταριά», και εγένετο ψησταριαί και σχάραι και κάρβουνα εκ θυμαρίου ίνα αρωματισθήσονται τα λαχταριστά κρέατα

Και είπε ο Σουβλακεύς «γεννηθήτω πίτες και τζατζίκι και κρόμμυα και μπούκοβο και μουστάρδα και κρύα μπύρα και οίνος και τσίπουρον», και εγένοντο όλα αυτά τα θαυμαστά και αξιόλογα συνοδευτικά του αρωματικού καλοψημένου κρέατος

Και είπε ο Σουβλακεύς «γεννηθήτω αλατι και πιπέρι και ρίγανι και θυμάρι και δενδρολίβανον» και εγένοντο εις ριπήν οφθαλμού τα προσφιλή ούτα μπαχαρικά και μυρωδικάααααααααααα

Και ο Σουβλακεύς εκόλλησεν και εποίησε την κολλητή του την Σοφία εκ του μη όντος, εκ της τυρβώδους ροής του μυστικιστικού συμπαντικού υπερτζατζικιού, ίνα τον βοηθήσει να ολοκληρώσει την δημιουργίαν του.

Και η Σοφία εγεννήθη και ερώτησε τον Σουβλακέα «Τι θε ρε?»

Και ο Σουβλακεύς απήντησε «Ιδέες»

Και η Σοφία απήντησε «Ολα σωστά εποίησες αλλά τίς χορταθήσεται μετά των σουβλακίων και ξεδιψασθήσεται μετα των αλκοολούχων ποτών;»

Και ο Σουβλακεύς τότε ανεφώνησε «Αλί, όλα εν Σοφία τα ποιώ, πρέπει να δημιουργήσω δημιούργημα τρανόν και αξεπέραστον ίνα χορταθήσεται και ξεδιψάσεται μετα των εταίρων δημιουργημάτων μου. Γεννηθήτω ΑΝΗΡ» Και εγέννετο ανήρ, μπυροκοιλεύς και σουβλακοπεινών, και ο Σουβλακεύς ενέσταξε εν τη καρδία του τον άσβεστο πόθο δια παγωμένας μπύρας και ξεροψημένα σουβλάκια.

Και η Σοφία ανέκραξε και η φωνή της ηκούσθη ανά τους κάμπους και τα βουνά και τους λόγγους και την Κάτω Σουβλακιά Ευρυτανίας «Ω Μέγα Δημιουργέ Σουβλακέα, δε νομίζεις ότι κάτι λείπει ακόμα;»

Και το πανέμορφο πρόσωπο του Σουβλακέα εφωτίσθη από θεϊκή έμπνευση και ανέκραξε στεντόρεια « Γεννηθήτω πανηγυριτζίδικα συγκροτήματα, και πλαστικές καρέκλες, και φωτιστικά μανιταράκια και λαμπιόνια πολύχρωμα, και δαντελένιες παραλίες και γενηθήτω και καλοκαίρι ίνα ευφρανθήσονται οι πιστοί τα μάλλα!»

Και η Σοφία ξαναανέκραξε και εσκούντησε μετά του αγκώνος της τον Σουβλακέα «Πάλι κάτι λείπει τρισμέγιστε και τρισυπόστατε»

Και απήντησε ο Σουβλακεύς «Σωστά, δεν είμαι ακόμα τρισυπόστατος. Γεννηθήτω σαρξ εκ της σαρκός μου και καρδιά εκ της καρδίας μου και πείνα εκ της πείνας μου και μέτρο εκ του μέτρου και όλεθρος εκ του ολέθρου και έχω απωλέσει την μπάλα αλλά δεν ξέρω τι θα βγεί από το μίγμα». Και εξεπήδησε εκ του στήθους του η Γυνή, ζουμερόστηθη και καλλίπυγος, και πονηρομάτα και ετσαχπίνα. Κουνώντας τα στήθη της μπροστά στα αλλοιθωρισμένα μάτια του Σουβλακέα ανέκραξε ούτα και αμέσως ο Σουβλακεύς ανεγνώρισε ότι κάτι πήγε στραβά στη συνταγή : «Πάλι φαρμακώνεις βρώμικα παλιολιμάρη; Κοίτα τι μπυροκοιλιά έκανες! Τσακίσου πάμε σπίτι να ξεκινίσεις κοιλιακούς και αύριο εξετάσεις χοληστερίνης παλιοπρογουλάτορα».

Και η Σοφια εκάγχασε το κρυστάλλινο γέλιο της, και όλα ήταν καλά.