Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψηστολόγιον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψηστολόγιον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Χρονια πολλά πιστοι


Σήμερα γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Μπριζόλας και Πίπας, οπότε μπορούμε να πούμε πως ήρθε και έδεσε για το ελληνοορθοδοξοσουβλακικο κίνημα μιας και ειναι λίγο μετά την Tσικνοπέμπτη (†) και λίγο πριν τις απόκριες.

Πράξτε λοιπον τα δέοντα (ΚΑΙ) σήμερα!



Οταν λέμε ημέρα πίπας, δέν εννοούμε προφανώς αυτήν την πίπα




ούτε αυτή



και όταν λέμε "μπριζόλα" δεν εννούμε προφανώς κάτι τέτοιο: 




ΟΟΟΟχι!

Εννοούμε

και

ΓΚΟΥΧ...


μη σας τα πετάμε και όλα στα μούτρα.
Να χετε και φαντασία


Προτεινόμενη μέθοδος σερβιρίσματος

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

Διόνυσος και απόκριες

Καθώς γνωρίζετε το έθιμο της μεταμφίεσης, συν κάποια ελαφρά χαλαρότης των ηθών, προϋπάρχει των κυρίαρχων θρησκευτικών δογματων. Κάποιοι αδαείς, επειδή αυτή η χαλαρότης όταν συνοδεύεται μετα οίνου και σουβλακίων οδηγεί σε μια άλφα σεξουαλική απελευθέρωση, η οποία καλείται και Διονυσιασμός έσπευσαν να την αποδώσουν στην λατρεία του Θεού Διόνυσου των αρχαίων ημων προγόνωνε.

Ουδεν ψευδέστερον τούτου μιας και ο
Διόνυσος είναι ένας από τους τελευταίους ενεργούς πιστούς του Μέγιστου Σουβλακέα, πριν η μήνι των βαρβάρων και η παντελής αμορφωσιά μας κάνουν να ξεχάσουμε την πραγματική αιτία και ροή του κόσμου. Όπως και τόσοι πριν και μετά από αυτόν ο Διόνυσος ήταν ένας άνθρωπος που θεοποιήθηκε λόγω της λαμπρής προσωπικότητάς του (χμμμ ...εδώ θεοποιήθηκαν άλλοι μετρίως λαμποντες, στον Διόνυσο θα κολλήσουμε;)

Τί έγινε λοιπόν; Ψάχνοντας την ιερά Σουβλίβλο βρίσκουμε, ημικατεστραμμένο είναι η αλήθεια, το εξής εκπληκτικό εδάφιο.



Τω καιρώ εκείνο επί της γης των Σουβλακιστών επικρατούσε ηρεμία και μακροημέρευσι. Όλοι ήταν αρκούντως μεθυσμένοι, χορτάτοι και ευτυχείς. Πλην όμως το διπλανό έθνος των άθλιων χορτοφαγιστών, ζηλεύοντες οι μωροί την άκρατο Σουβλακική ευτυχία, αποφάσισαν πως δεν μπορούν να έχουσι για γείτονες ένα "τσούρμο χαζοχαρούμενους μεθύστακες", όπως τους αποκαλούσαν εν τη άγνοιά τους. Και ορμούμενοι από φθόνο και μίσος αποφάσισαν να τους επιτεθούν και να κυριεύσουν την χώρα τους.


Ο Διόνυσος έχοντες φάγει περίπου ενάμισι βόδι απεφάσισε να υπάγει μια χωνευτική βόλτα, ή αλλιώς μια βόλτα με σόδα. Το άτιμο το βοδινό όμως δεν χωνευόταν και ο Διόνυσος αναγκάστηκε να μακρύνει την βόλτα του ελπίζοντας πως με το περπάτημα θα του φύγει το φούσκωμα, έτσι ώστε να είναι έτοιμος να επιστρέψει ορεξάτος γα το βραδυνό τσιμπούσι. Και περπατούσε φιλοσοφώντας, μιας και η φιλοσοφία λειτουργεί μόνο με γεμάτο στομάχι.


Περιπλανούμενος έφτασε κάποτε εις τα σύνορα της χώρας του με την απαίσια Χορτοφαγία, αλλέως Χορτοφαγιστάν ή Ηνωμένες Πολιτείες της Χορτοφαγίας.


Και είδε τον πάνοπλο χορτοφαγικό στρατό να έχει στρατοπεδεύσει επί των συνόρων και να ετοιμάζει την παραδοσιακή χορτόσουπα για γεύμα. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών και το απαράμιλλο του οπλισμού τους, ήτοι ξερά καλάμια, μυτερά αγκούρια, αγκινάρες με χειρολαβή, φέτες μάνγκο και ξερά κρομμύδια εφοβήθην για τη μοίρα του έθνους του και τρέχοντας επέστρεψε εις τον συμποσιακό χώρο. Κανείς όμως δεν τον άκουγε καθώς όλοι είχαν πέσει στην παραδοσιακή ραστώνη που ακολουθεί κάθε Σουβλακική συνεστίαση.


Γνωρίζοντας όμως την αρχαία ιστορία ο Διόνυσος ήξερε πως την προηγούμενη φορά που είχαν τολμήσει να επιτεθούν, οι Χορτοφαγίστες είχαν υποχωρήσει μπροστά στην δίκαιη οργή του Μπαΐρ του Κταρί, του εθνικού Σουβλακικού ήρωα, τον οποίο ακόμα και έτρεμαν. Μην βλέποντας λοιπόν άλλη λύση και γνωρίζοντας αφενός πως οι πιστοί θα ήταν ξεροί για αρκετές ώρες ακόμα και πως οι Χορτοφαγίστες ήταν προ των Σουβλακοθυρών αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει μόνος.


Μάζεψε όσα ζώα δεν είχαν ακόμα σφαγεί (μιας και τα φύλαγαν για το αυριανό τσιμπούσι) συν τους ημίονους που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά των εδεσμάτων σε κάρα και τα έδεσε σε παράταξη, έτσι ώστε να κρύβουν τους κοιμώμενους Σουβλακιστές.
Στην συνέχεια έντυσε τα ζώα με τομάρια άλλων ζώων και έβαλε μέσα στα τομάρια άχυρα έτσι ώστε να φαντάζουν θεόρατα. Γνωρίζοντας πως ο Μπαΐρ του Κταρί είχε πλέον λάβει μυθικές διαστάσεις στην χορτοφαγική φαντασία αποφάσισε αυτόν τον ρόλο να τον παίξει ο ίδιος. Έδεσε ξύλα κάτω από τα παπούτσια του καταφέρνοντας να αποκτήσει υπέρμετρο ύψος. Στην συνέχεια ενεδύθει και αυτός με τομάρια πολλά, καταφέρνοντας να αποκτήσει και το ανάλογο πλάτος. Παίρνοντας από μια σούβλα ανα χείρας και φορώντας επί του κρανίου μια κούφια κολοκύθα, έδειχνε τεράστιος και τρομακτικός. Σε αυτήν την θέση περίμενε τον εχθρικό στρατό, έτοιμος να θυσιαστεί υπέρ της Σουβλακοφαγίας.



Μετά από όχι πολύ ώρα τους είδε να πλησιάζουν και άρχισε να κλωτσάει τα ζώα. Η φασαρία που έκαναν οι όνοι, οι μόσχοι και οι ημίονοι ήταν τρομακτική. Ο εχθρικός στρατός κοντοστάθηκε, όταν ιδού! είδαν μπροστά τους την πάνοπλη τρομακτική φιγούρα του Μπαΐρ να έχει επιστρέψει από τον τάφο για να υπερασπιστεί τους Σουβλακιστές! Πίσω του δε είδαν κάτι θεόρατα ζώα που μουγκάνιζαν σαν δαιμονισμένα. Στην συνέχεια ο πανέξυπνος Διόνυσος άρχισε να τους υβρίζει σκαιότατα λέγοντάς τους λιποφόβους, νευρικούς, ανορεξικούς και χαχόλους, και ρωτώντας τους αν υπάρχει κανένας εν ζωή απόγονος του Ναόμη του Καμπέλιου για να σουβλίσει πρώτον. Ενθυμούμενοι τον δικό τους ήρωα και το τέλος που είχε στα χέρια του Μπαΐρ του ένδοξου οι χορτοφαγίστες δείλιασαν και τράπηκαν σε φυγή.


Ο Διόνυσος, μασκαρεμένος σε Μπαΐρ έμεινε μόνος εις το πεδίο της σχεδόν μάχης και άρχισε να βγάζει την στολή του. Γυρίζοντας είδε τους Σουβλακιστές εγερμένους μιας και τους είχαν ξυπνήσει οι μουγκανισμοί και είχαν τρομάξει πιστεύοντες πως κάποιος τους κλέβει το φαγητό. Ιδώντες όμως τον εχθρικό στρατό να φεύγει κατάλαβαν τί έγινε και ύμνησαν την εξυπνάδα, την γενναιότητα, την ευστροφία και κυρίως την διακριτικότητα του Διόνυσου ο οποίος και απέφυγε να τους χαλάσει την σιέστα, τουλάχιστον όσο μπορούσε.


Από τότε ο Διόνυσος δοξάζεται από τους Σουβλακιστές οι οποίοι και κάποιες ημέρες τον χρόνο μασκαρεύονται προς τιμήν του και υβρίζονται μεταξύ τους, εις ανάμνησιν του ένδοξου αυτού γεγονότος. Οι δε τυχούσες σεξουαλικές παρεκλίσεις που παρατηρούνται είναι κάτι το σύνηθες εις τας Σουβλακικάς εορτάς.Λέγεται δε πως η πρώτη κουβέντα που είπε ο Διόνυσος όταν έβγαλε την κολοκύθα ήταν "Πεινάω" μιας και όλη αυτή η ταλαιπωρία και το τρέξιμο τον είχαν κάνει να χωνέψει!

Update: Επειδή ξέρω πως το φως του Σουβλακέα έχει πλέον σχεδόν εκλείψει από τούτο τον ρημαδοπλανήτη σας τα κάνω λιανά: Στο εδάφιο εμφανίζονται οι απαρχές της τραγωδίας-κωμωδίας (δέστε τους πρωτόγονους κοθόρνους που έφτιαξε ο Διόνυσος), των καρναβαλιών γενικά και του εθίμου του Halloween. Επίσης εξηγείται και η πατροπαράδοτη τάση για βωμολοχία από τους μασκαρεμένους. Επίσης το μαρκάρεμα ζώων για να εμφανιστούν ως στρατός έχει ξαναγίνει στην ιστορία.

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

Χρόνια πολλά αγαπητοί εν κοψίδι αδελφοί (και αδελφες)

Επί τη ευκαιρία της μεγάλης σημερινής εθνικής και θρησκευτικής εορτής, προς δόξαν του Μέγα Σουβλακέα θα παραθέσω την επίσημο δοξολογίαν της Ιεράς Τσικνοπέμπτης, ως το εορταστικό ψηστοσυναξάριον την εμπεριέχει:

Τῇ χορτομάχω στρατηγῷ εν τὰ ψηστήρια,
μαγειρευθείσα τῶν γύρων εὐχαριστήρια,
ἀναγράφω σοι ἡ τσίκνα σου, Σουβλακέα
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κρέας τραγανόψηστον,
ἐκ παντοίων με τζατζίκι ἐμαγείρεψον,
ἵνα τρώγω σοί Χαῖρε Σουβλακέα ατελείωτε.

Πιτόγυρος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν το Καλαμάκι τὸ Χαῖρε
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε τυλίγω, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτόν τοιαῦτα
Χαῖρε, δ' ἧς ἡ ντομάς ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ δίαιτα ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσώντος Χορτοφάγου ἡ επάνάκτησις,
χαῖρε, τῶν κρομμύων τῆς Πίτας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ κοψιδίων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Τζατζικέως καθιδρα,
χαῖρε, ὅτι τσικνίζεις τὸν τσικνίζοντα πάντα.
Χαῖρε, Σουβλακέα ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου Ζύθεος.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ Ψήσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Ψήστης.


Βοήθειά μας, και χρόνια πολλά. Και μακρυά από τας μισεράς κι ανόσιας νηστείας που αποσκοπούν να αποπροσανατολίσουν τους πιστούς.
ΤΣΙΚΝΙΣΟΝ
ΤΖΑΤΖΙΚΙΣΟΝ
ΣΟΥΒΛΟΓΗΣΟΝ

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2008

Το Σύμβολο του Ψήστεως


Το Σύμβολο του Ψήστεως

Πιστεύω εις έναν Ψητόν, στη σχάρα, Σουβλοκράτωρα, τσικνιστήν ουρανού και γης, χορτατών τε πάντων και αχορτάτων.

Και εις έναν Μπύριον γευστικόν ξανθόν, τον αφρογενή, τον εκ κριθαριού γεννηθέντα προ πάντων παγωμένον.

Φως εκ φωτός, Ψητόν αληθινόν, εκ Ψητού αληθινού, σφαγιασθέντα ου κατεψυχθέντα, ομοούσιον τω φαί, δι’ ου τα πάντα εγένετο.

Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν χορτασία, κατελθόντα εκ των οισοφάγων ημών και καταποθέντα μετά Οινοπνεύματος Αγίου και Άρτου καψαλισμένου τον εις σχάραν ψηθήσαν.

Συνοδευθέντα τε υπέρ ημών μετά πιατέλας Πιλάφου, και φαγωθέντα και ρευθέντα.

Και κατελθόντα εις τους στόμαχους και καθεζόμενον βαρέως ένεκα Παπρικός.

Και χωνευθέντα την τρίτην ημέραν κατά τας Γραφάς.

Και πάλιν ερχόμενον μετά πείνης βρώτας μόσχους σιτευτούς, ου της λαιμαργίας ουκ έσται τέλος.

Εις το Οινόπνευμα το Άγιον το Κρύον, των Ζυθοποιών το εκ του βαρελός εκπορευόμενον, το συν Κρασί και Ψητώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το καταβροχθήσαν υπό των προφητών.

Ες αεί καλοφαγίαν, καθολικήν και αποστομωτική Κρεατοβρωσίαν.

Ομολογώ εν Ρέψιμο εις άφεσιν αμαρτιών.

Προσδοκώ ξεροψήσιμο Πανσετών.

Και φαΐ του μέλλοντος αιώνος.

Αμήν.